Κριτικές για την Αγριόπαπια

Κριτική θεάτρου / Η κουκουβάγια, ο γλάρος, η αγριόπαπια

Η παράσταση της «Αγριόπαπιας» στο θέατρο Εκάτη από τον θίασο Λεπτουργείον, σε μετάφραση-απόδοση του θιάσου και σκηνοθεσία της Βαλεντίνης Λουρμπά

Πριν από λίγα χρόνια κυκλοφορούσε στα διεθνή ΜΜΕ η «άποψη» ότι ο Ίψεν έχει ξεπεραστεί. Περιττό να πω ότι αυτή η αντίληψη διαψεύστηκε, δεν «φτούρησε», καθώς ο Ίψεν εξακολουθεί να παίζεται και να διαπρέπει στις παγκόσμιες σκηνές, επειδή είναι ένας κατ’ ουσίαν λαϊκός συγγραφέας που απευθύνεται στην καρδιά των ανθρώπων -όχι στη στενή λογική τους-, μιλώντας με παραβολές.

Δεν πάει πολύς καιρός που ο Αμερικανός σκηνοθέτης Λι Μπρόγιερ παρουσίασε στην Αθήνα ένα «Κουκλόσπιτο», όπου όλα τα τελώνια και τα ξωτικά της σκανδιναβικής μυθολογίας ήταν παρόντα στη σκηνή. Ξεπροβάλλοντας κάτω από καναπέδες και κρεβάτια, ξεμυτίζοντας από ερμάρια και ντουλάπες, κρυμμένα πίσω από τις κουρτίνες, έκαναν τις «ζαβολιές» τους χωρίς να σκανδαλίζουν κανέναν. Το ελληνικό κοινό το δέχτηκε ως κάτι «φυσικό», επειδή ακόμα ως λαός είμαστε εξοικειωμένοι, στο πιο βαθύ μας κύτταρο, με τον μύθο. Και επειδή, κυρίως, η γνωριμία του ελληνικού θεατρικού κοινού με τον Ίψεν στη χώρα μας έχει παλαιότερες και βαθύτερες ρίζες από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Όταν πρωτοπαίχτηκαν τα έργα του στην Ελλάδα, στα τέλη του 19ου αιώνα, έτυχαν λαμπρής υποδοχής από δύο βαρυσήμαντα δοκίμια δύο σπουδαίων ανθρώπων του πολιτισμού, του Γ. Βιζυηνού και του Γρ. Ξενόπουλου, τα οποία άφησαν ως παρακαταθήκη.

Για να έρθουμε στο σημερινό μας θέμα, στην «Αγριόπαπια» του Ίψεν. Και εδώ παρατηρούμε επίσης μια θεμελιακή παρανόηση του έργου. Επιμένουν κάποιοι ότι θέμα του Ίψεν είναι το «ζωτικό ψεύδος», ότι δεν πρέπει, δηλαδή, να χαλάμε την ησυχία των καλών ανθρώπων αποκαλύπτοντάς τους μια οδυνηρή αλήθεια, αλλά είναι προτιμότερο να τους αφήνουμε στον μακάριο ύπνο τους. Τίποτα το αναληθέστερο για τον Ίψεν, που μισεί όσο τίποτα την παραπάνω αντίληψη του βόρειου, καλβινιστικού λουθηρανισμού, τον οποίο αντιμάχεται σε όλα του τα έργα. Πραγματικό θέμα του έργου είναι η βιβλική εντολή ότι μπορούμε να παρέμβουμε στη ζωή των άλλων μόνον όταν η πρόθεσή μας είναι καθαρά αποστολική. Όταν, δηλαδή, με την παρέμβασή μας δεν διεκδικούμε κάτι, έμμεσα ή άμεσα, για τον εαυτό μας. Τότε μόνο η επέμβασή μας δεν θα έχει αποτελέσματα καταστροφικά. Κάτι που συμβαίνει πράγματι στο έργο αυτό του Ίψεν.

Η παράσταση της «Αγριόπαπιας» στο θέατρο Εκάτη από τον θίασο Λεπτουργείον, σε μετάφραση-απόδοση του θιάσου και σκηνοθεσία της Βαλεντίνης Λουρμπά, μπορούμε κατ’ αρχάς να πούμε ότι είναι μια «νοικοκυρεμένη», τετραγωνισμένη παράσταση με ρόλους χτισμένους πάνω στο γαλλικό μοντέλο του «καλογραμμένου έργου». Πράγματι, ο Ίψεν έμαθε να «τελειώνει» τα έργα του, όπως έλεγε ο ίδιος, μελετώντας το γαλλικό καλογραμμένο έργο «σαλονιού». Αλλά για να το ανατινάξει στο τέλος, τοποθετώντας μια βραδυφλεγή βόμβα κάτω από το «χαλί» του: την άτυπη σχιζοφρένεια των ενοίκων του.

Θέμα της «Αγριόπαπιας» και όλων των έργων του ΄Ιψεν δεν είναι, όπως τονίσαμε ήδη, το «ζωτικό ψεύδος», αλλά η αλήθεια της ζωής και το αποστολικό της νόημα. Πρόκειται για μια άγρια κριτική του ηθικολογικού, υποκριτικού προτεσταντικού πνεύματος, κυρίαρχου τότε στη νορβηγική κοινωνία. Ο Γκρέγκερς Βέρλε, αποστάτης γιος του πλούσιου βιομήχανου πατέρα του, φαντασιώνεται ότι είναι ένας Άμλετ-αναμορφωτής του κόσμου και περιφέρει μάταια ένα «γραμμάτιο του ιδεώδους» προς είσπραξη, ενώ δεν είναι παρά ένα άσχημο, αδέξιο και ισχνό αμλετικό ομοίωμα, ανίκανος ακόμη και να ανάψει τη σόμπα του δωματίου του χωρίς να προκαλέσει πυρκαγιά και πλημμύρα! Ανάλογα και τα άλλα πρόσωπα του έργου ανακαλούν τα σαιξπηρικά τους πρότυπα, όπως επισημαίνει ο Τζέιμς Τζόις. Για να μην μακρηγορώ, θα περιοριστώ στο σύμβολο της αγριόπαπιας που είναι η χαμένη μας ελευθερία των φτερών μιας ουράνιας πτήσης, παραπέμποντας στον σκοτωμένο «Γλάρο» του Τσέχοφ και στη μεταμορφωμένη κουκουβάγια του ονείρου της αθώας, αμλετικής Οφηλίας.

Η κατά τα άλλα επιμελημένη παράσταση στο θέατρο Εκάτη, με τα καλά στελέχη της αλλά και με πολλές περικοπές προσώπων ή σκηνών, ακολούθησε το «στρωμένο χαλί» μιας «νοικοκυρεμένης», ευθύγραμμης άποψης, επιλέγοντας την ευρεία πύλη αντί της στενής. Ωστόσο δεν θα ήθελα να κλείσω αυτό το σημείωμα χωρίς να τονίσω ιδιαίτερα την παρουσία μιας πολύ νέας ηθοποιού δίπλα στους έμπειρους Μιχαήλ Άγγελο Δρόσο, Χάρη Λογγαράκη, Όλγα Μουργελά και Μάνο Χατζηγεωργίου: της Λήδας Χατζηδημητρίου, στον δύσκολο ρόλο της Έντβιγκ-Οφηλίας. Απλή, λιτή και ουσιαστική, υπόσχεται πολλά.

Λέανδρος Πολενάκης

 

 

Η «Αγριόπαπια» επιστρέφει στο Θέατρο Εκάτη σε μια παράσταση που αναδύει με ανηλεή κομψότητα το σύμπαν του Henrik Ibsen

Οι μέρες ντύθηκαν το χρώμα της νύχτας και έσβησαν στα πέρατα του φόβου,  καθώς ζωή και θάνατος ενώθηκαν στη σχισμή ενός χρόνου φευγαλέου, εκεί, στην παλιά σοφίτα, που έτριζε καθώς το ψεύδος κυλιόταν ξεδιάντροπα πάνω στο ξύλινο πάτωμά της.

Η Αγριόπαπια! Τίτλος σύντομος, λιτός, μυστηριώδης –χαρακτηριστικό του νατουραλιστικού κινήματος- έμπλεος συμβολισμών και νοηματικό κέντρο του ιψενικού δράματος, η Αγριόπαπια, γραμμένη το 1884, συνιστά ένα υφάδι πάνω στο οποίο πλέκονται με δηλητηριώδη ορμή τραγικές ιστορίες τραγικών ανθρώπων. Η ατμόσφαιρα του έργου διαμορφώνει ένα αμιγές ιψενικό τοπίο, σκοτεινό και υπαινικτικό, όπου δεσπόζει η διαρκής και ζώσα αναμονή μιας νήδυμης απειλής, με έναν λόγο κομψό και παράλληλα ανηλεή.

Ζωτικό ψεύδος! Ο όρος αυτός αποδίδεται στον Henrik Ibsen και μάλιστα πρωτοεμφανίζεται στην Αγριόπαπια. Παλαιές αμαρτίες, ανομολόγητοι έρωτες και βαθιά θαμμένα μυστικά ερωτοτροπούν γεννώντας έναν βίο που βουλιάζει στη λάσπη, έναν βίο ετοιμόρροπο και ρηχό∙ μέσα σε αυτή τη λάσπη βρέθηκε βαριά πληγωμένη η αγριόπαπια που έσωσε από βέβαιο θάνατο η οικογένεια Ekdal και την κρατά αιχμάλωτη στη σοφίτα, μαζί με μια σκάφη με νερό για να πλατσουρίζει.

Μια ανέγγιχτη άβυσσος άρρητων μυστικών καλύπτεται από ένα χαλί  ψεύδους, βαθιά ζωτικού, καθώς διατηρεί -συμβατικά έστω- στη ζωή όποιον τρέμει στην πιθανότητα να σηκώσει αυτό το χαλί για να δει τι κρύβεται από κάτω∙ το ζωτικό ψεύδος χωρίζει ανελέητα τη ζωή σε δύο κομμάτια, ένα κομμάτι πλάνης κι ένα κομμάτι αλήθειας. Ενίοτε -ωστόσο- τα δύο αυτά κομμάτια, με ασαφή τα όριά τους, περιπλέκονται ηδονικά μεταξύ τους, χαρίζοντας στη ζωή μια αύρα ευχάριστης πλάνης, απαραίτητης και αναγκαίας για την αναίμακτη συνέχεια της ζωής –καίτοι η ανέγγιχτη αυτή άβυσσος, με μια λέξη, με έναν συνειρμό, μπορεί να εκραγεί, έτοιμη να καταβροχθίσει τις όποιες φευγαλέες στιγμές γαλήνης.

Η Αγριόπαπια ενσωμάτωσε το ζωτικό ψεύδος, ενώθηκε μαζί του στη σκοτεινή σοφίτα τρέφοντας τη σακατεμένη της σάρκα από το ζοφερό τραύμα της νοσηρότητας του οίκου, στοιχειώνοντας τη ζωή των Ekdal, κάθε νύχτα, κάθε ξημέρωμα∙ μόλις μια αδιόρατη απειλή αποκάλυψης και τρόμου αναδυόταν στο σαλόνι της οικογένειας, μόλις η σιωπή γινόταν αβάσταχτη από την οδύνη, η αγριόπαπια εμφανιζόταν σα σκιά κάνοντας το ψέμα λησμονιά και φως.

Η σκηνική συγκεκριμενοποίηση της κ. Βαλεντίνης Λουρμπά, σεβόμενη καταρχάς το κοινό της και το ίδιο το έργο του Henrik Ibsen,  ενατενίζει με έμπνευση και ενσυναίσθηση το μανιχαϊστικό αυτό σύμπαν που περιορίζεται στον χώρο της σοφίτας και το σαλόνι των Ekdal, διαμορφώνοντας έναν διττό κόσμο∙ αναδύεται ως εκ τούτου ένας οξύμωρος μικρόκοσμος, όπου η πληγωμένη αγριόπαπια συμβολοποιείται και καθίσταται το αντικείμενο προβλητικής ταύτισης της μικρούλας Hedvig, ενώ παράλληλα ο παππούς Ekdal εξασκείται στο κυνήγι των περιστεριών και των κουνελιών που συμβιώνουν με την αγριόπαπια. Ο Ibsen αναδεικνύει έτσι τη συνύπαρξη καλού και κακού αλλά και τη συμβίωση ζωτικού ψεύδους και τραγικής αλήθειας, όπως άλλωστε προαναφέρθηκε.

Η σκηνοθεσία αναπλάθει αριστοτεχνικά ένα συμπαγές, αμιγές και αυτούσιο ιψενικό σκηνικό, σκοτεινό και υπαινικτικό, το οποίο ταξιδεύει στον χρόνο μεταφέροντας τον θεατή στα τέλη του 19ου αιώνα. Κάθε σκηνή της παράστασης είναι καλοδουλεμένη, προσεγμένη, συναισθηματικά και υποκριτικά άρτια, προβάλλοντας την ενδελεχή κριτική βάσανο της κ. Λουρμπά. Η σκηνοθέτις διαλύει κάθε παραστατική εικόνα εις τα εξ ων συνετέθη αναδομώντας στοχευμένα και με σπαρακτική ευαισθησία το δίπολο αλήθειας και ψεύδους, τη διάπυρη και υπόρρητη σχέση μεταξύ ζωής και θανάτου∙ ως εκ τούτου ο θεατής μετέχει σε μια παράσταση, η οποία απομακρύνεται από εξιδανικεύσεις και ωραιοποιήσεις, εστιάζοντας στη μεγάλη κορύφωση της συγκρουσιακής απαντοχής που γεννά την αλήθεια της σφοδρότητας κάθε προσωπικής οδύνης.

Ο κ. Μάνος Χατζηγεωργίου ερμηνεύει αριστοτεχνικά τον Hialmar Ekdal, ιχνηλατώντας με απαράμιλλη ενσυναίσθηση κι ευαισθησία κάθε συναισθηματική πτυχή του ματαιωμένου αυτού άνδρα ακροβατώντας, θαυμαστά, μεταξύ ειρωνείας, κυνισμού,  έπαρσης, φόβου, μανιασμένης οργής, ανασφάλειας, τρυφερότητας, βιαιότητας, μετάνοιας, καταλλαγής, συγχώρεσης, ελέους∙ ο κ. Χατζηγεωργίου εμμένει σπαρακτικά στο ψεύδος του καθώς η αλήθεια του προκαλεί φρίκη και αδυνατεί να τη δεχτεί και να τη διαχειριστεί. Ο κ. Χατζηγεωργίου αγκαλιάζει τον ρόλο, αγκαλιάζει τον Hialmar και τις αδυναμίες του, σπαράσσοντας υπό το βάρος των βιωμάτων του, διαμορφώνοντας με υποκριτική δεινότητα πάνω στη σκηνή ένα πάσχον πρόσωπο που μέσω του θανάτου ενσωματώνει τη σημασία της αλήθειας.

Η κ. Όλγα Μουργελά, ως Gina Ekdal, με την –ένοχη(;)- σιωπή της προστατεύει τον οίκο από τη μοίρα του –αλλά το πλήρωμα της μοίρας επέρχεται τελικά με βίαιη σφοδρότητα∙ η κ. Μουργελά παρασύρει με την ερμηνεία της τον θεατή σε μια διαρκή ζώσα απαντοχή φόβου -μιας αδιόρατης απειλής ενός κόσμου φρικτού –τον οποίο εκείνη γνωρίζει καλά, ως δημιουργός αυτού. Ως εκ τούτου οι εντάσεις που εκρήγνυνται μέσα της καθίστανται μια εσωτερική δύναμη πάλης με το ανέφικτο καθώς δεν αφήνει τις εκρήξεις αυτές να κατακλείσουν την ατμόσφαιρα του οίκου της. Η κ. Μουργελά ερμηνεύει μέχρι τέλους με απαράμιλλη δραματικότητα και ευαισθησία τη Gina Ekdal, η οποία βιώνει τον δικό της όλεθρο μεταξύ ψεύδους και αλήθειας μέσω μιας σταδιακής κορύφωσης που ολοκληρώνεται με μια συγκλονιστική προσωπική κατάρρευση.

Η κ. Λήδα Χατζηδημητρίου ερμηνεύει με απαράμιλλη αλήθεια και υποκριτική δεξιότητα τη μικρούλα Hedvig Ekdal, η οποία ζει μέσω της αγριόπαπιας, είναι αιχμάλωτη σε μια ψευδαίσθηση, στα όρια της τυφλότητας∙ η τυφλότητα τίθεται ως απότοκο κληρονομικότητας -νατουραλιστικό στοιχείο- και συνδέει την επικείμενη τύφλωση της μικρούλας με την αδύναμη όραση του έμπορου Verle, ενισχύοντας την πιθανότητα της πατρότητάς του και, βεβαίως, την κατάρρευση του ζωτικού ψεύδους μέσα στο οποίο ζει ο Hialmar Ekdal.

Η κ. Χατζηδημητρίου αναλαμβάνει με εξαιρετική προσήλωση, ρεαλισμό και συντριβή έναν ρόλο που εκπέμπει αθωότητα, συγκίνηση και αγάπη, αναδύοντας ακόμη περισσότερο την παρουσία του ελέους∙ παράλληλα η τύφλωση συμβολοποιεί την απόσυρση της Hedvig από τον πραγματικό κόσμο και την καταλλαγή της ψυχής της στο ασφαλές και παράλληλα απειλητικό περιβάλλον του ζωτικού ψεύδους. Η μικρούλα Hedvig ζει σε ένα περιβάλλον έρημης χώρας μεταξύ ορατότητας και τυφλότητας, πραγματικότητας και ψευδαίσθησης.

H αγριόπαπια συνιστά για την Hedvig τη δίοδο προς τη ζωή, καθώς η μικρή, έγκλειστη στη μοναξιά της, έχει δημιουργήσει έναν δικό της κόσμο μέσα στη σοφίτα, όπου μαζί με την αγριόπαπια υπάρχουν και ντουλάπες με βιβλία. Η Hedvig μέσω της παρουσίας της αγριόπαπιας νιώθει σημαντική και ζωντανή, ταυτίζεται με την αναπηρία της αγριόπαπιας και της αποδίδει ανθρωπομορφικά στοιχεία  -μοναξιά, απουσία ταυτότητας, θλίψη- που κάνουν το μικρό κορίτσι να ταυτίζεται με το σακατεμένο πτηνό.

Ειδικότερα, η απουσία ταυτότητας της αγριόπαπιας –κανένας δεν ξέρει πούθε ήρθε– οδηγεί την Hedvig να αντιληφθεί για πρώτη φορά τη δική της αμφιλεγόμενη πατρότητα∙ όταν η Hedvig αντιλαμβάνεται με μεγάλη συντριβή την πατρική απαξία λόγω του ενδεχόμενου να μην είναι παιδί του Hialmar, δηλώνει στον Gregers, με απαράμιλλη παιδική αθωότητα, την αγριόπαπια δώρο μας τη στείλανε κι όμως την αγαπάω τόσο, τόσο πολύ.

Αυτό το ζωτικό ψέμα είναι βλέπετε το γνήσιο διεγερτικό! Ο κ. Μιχαήλ Άγγελος Δρόσος ως o ιδεαλιστής Gregers, άτεγκτος, δυναμικός και αποφασιστικός επενδύει με διεισδυτικό ρεαλισμό, συνέπεια και υποκριτική δεξιότητα έναν καταλυτικό ρόλο που ακροβατεί μεταξύ τήρησης των ορίων και του νόμου -που απαιτεί ο συνεπής προτεσταντισμός- και έντονων στοιχείων προσωπικής ματαίωσης και τραυματικών βιωμάτων∙ γιος ενός κακοποιητικού πατέρα -του Verle- ο Gregers εισβάλλει στη ζωή των Ekdal, -ως ακαριαίο συμβάν- καθορίζοντας με σφοδρότητα μια τρίσημη διάσταση στον δραματικό κόσμο των νοημάτων, όντας το πρόσωπο που αποκαλύπτει τη σκιά του ζωτικού ψεύδους, την οποία είναι αποφασισμένος να πατάξει.

Καταρχάς ο Gregers συνιστά το κάτοπτρο όπου μέσω του τραυματισμού της αγριόπαπιας, ο Hialmar αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ένα πρόσωπο που ζει στην ψευδαίσθηση της δημιουργικότητας, ενώ στην ουσία παραμένει άβουλος, ματαιωμένος και παγιδευμένος σε βαλτωμένα νερά. Παράλληλα, ο Gregers μέσω της επιθυμίας του να είναι σκύλος, φαντασιώνεται ότι κατασπαράσσει τόσο την Hedvig όσο και τον πατέρα του που ήταν η αιτία κτήσης της αγριόπαπιας και το πρόσωπο που του κληροδότησε πολλαπλά ανεπούλωτα τραύματα. Σε ένα τρίτο επίπεδο ο Gregers συνιστά αγγελιαφόρο των κακών μαντάτων, στοιχείο που πυροδοτεί τις εκρηκτικές εξελίξεις και οδηγεί σε μια θυσία, έναν απονενοημένο φόνο και μια αυτοκτονία στα όρια της αυτοθυσίας.

Ο κ. Χάρης Λογγαράκης τέλος, ερμηνεύει πολλαπλούς ρόλους, όπως τον Old Ekdal και τον Dr. Relling, ιχνηλατώντας με ιδιαίτερη σημασία, συνέπεια και αλήθεια τις συναισθηματικές ανατροπές, ροπές και αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν τη –φύσει- δύσκολη εναλλαγή των ρόλων. Ο κ. Λογγαράκης ολοκληρώνει με τη δυναμική του το δύσκολο παζλ της υποκριτικής ομοιογένειας που χαρακτηρίζει τον θίασο.

Ο Ibsen δημιουργεί με την Αγριόπαπια μια υπόρρητη επικοινωνία σημασιών που δεσπόζουν σκηνοθετικά στην παράσταση, όπου παρατηρείται μια παραμόρφωση των όρων και των πολυμορφικών κατοπτρισμών που επενδύουν, ενίοτε, τη σημασία της αγάπης και του έρωτα. Η θυσία της αγριόπαπιας αποκαθάρει με ολέθριο τρόπο το ζωτικό ψεύδος των πασχόντων προσώπων διαυγάζοντας με οδυνηρό φως την αλήθεια και τη γυμνότητα της ζωής, ενώ η αυτοκτονία της Hedvig συνιστά μια αυτοθυσία, στον βωμό της πατρικής αγάπης∙ η μικρούλα Hedvig θυσιάζεται, χωρίς σπλάγχνιση, όπως η αγριόπαπια που τη συντρόφευε στην παιδικότητά της και μαζί της χάνεται κι ἡ νοσταλγία τοῦ βάρους μιᾶς ὕπαρξης ζωντανῆς.

Τέλος, η σκηνογραφία και τα κοστούμια της Val de Lou χαρίζουν ιδιαίτερο ύφος και εντείνουν τη δραματικότητα της παράστασης, ενώ η μουσική του κ. Σωτήρη Λούπα αναδεικνύει κάθε συναισθηματική πτυχή της παράστασης.

Ήταν ανέγγιχτος ο σπαραγμός, ανέγγιχτο και το πεπρωμένο που μάτωσε τη ζωή μας, βουλιάζοντας στο ψεύδος μιας λήθης απατηλής, η οποία μάγεψε το χάραμα της μέρας μας…ήρθε η μεγάλη ώρα αλλά δεν την είδαμε, κρυμμένοι στον οίκο του στοιχειωμένου πένθους… μαράζωσε η ζωή μας…

Λία Τσεκούρα

 

 

Η Βαλεντίνη Λουρμπά μεγαλουργεί στο Θέατρο τέχνης Εκάτη ανεβάζοντας την «Αγριόπαπια» του Ίψεν 

Με το Χρόνο εξειδικεύεσαι και αποδίδεις τα μέγιστα, όπως οι παλαιές κεντήστρες που φιλοτεχνούσαν αριστουργήματα εν τη αγνοία τους πατώντας απλώς πάνω στην παράδοση. Κλειδιά και κώδικες τού σκανδιναβικού θεάτρου τού πρώτου μισού του εικοστού αιώνα εκτίθενται εδώ σε έναν τελείως καβαφικό, «αλεξανδρινό» χώρο.

Σε ένα «θέατρο Τέχνης» το όποιο αποτέλεσμα είναι δουλειά συνόλου και κάθε έξαρση, επισήμανση, εξατομίκευση… μόνον κακό μπορεί να κάνει στην ομάδα, όπως παλαιότερα ατομικές βραβεύσεις. Μήτε καν το όνομα τού συντονιστή, του εμψυχωτή, του σκηνοθέτη μαέστρου δεν είναι ξεχωριστό. Μόνον ο συγγραφέας. «Εν αρχή ην ο λόγος», σε αυτά τα έργα τουλάχιστον, που είναι διαχρονικά, «αθάνατα».

Σιωπές, «κραυγές και ψίθυροι», εύγλωττες ματιές, κατεψυγμένα συναισθήματα, συνήθειες και πόθοι φρυγμένοι, αποκρυσταλλωμένες συμπεριφορές, παγιωμένες αντιπαλότητες… ακόμα και τα μίση έχουν άλλη συχνότητα από τις μεσογειακές μελοδραματικές εκρήξεις. Σε αυτό συνέτεινε η μακρά πορεία τής Βαλεντίνης Λουρμπά στην τέχνη τής ζωής… υψηλή Τέχνη… που δεν διδάσκεται… δυστυχώς ή ευτυχώς… μόνον κοινωνείται, ακτινοβολείται, διαμεσολαβείται.

Το θέατρο είναι ο καλύτερος τρόπος να μιλήσουμε για «οικεία κακά» με το πρόσχημα ενός άλλου, μιας άλλης ύπαρξης βασανισμένης, αλαζονικής, υπερβάλλουσας και για τούτο τιμωρημένης. Στο μυθιστόρημα και στο θέατρο οι άνθρωποι πληρώνουν πάντα τα λάθη τους, μετρητοίς και με τόκο. Στη ζωή, δεν ξέρω. Η Νέμεσις ολιγωρεί, επίτηδες ίσως… για να μας δώσει χρόνο να το ξανασκεφτούμε.

Εδώ και πάντα το ασφυκτικό ιψενικό σύμπαν με την συζυγική μούχλα, τον βάλτο τής αναγκαστικής συμβίωσης σε ένα ζοφερό περιβάλλον. Κι ο Λυτρωτής Άγγελος που καταφτάνει αυτόκλητος στα Σόδομα και Γόμορρα όμως δεν γίνεται αμέσως και από όλες/όλους ευπρόσδεκτος. Οι άνθρωποι αρκούνται να ζουν στο «ζωτικό ψέμα» που τους συντηρεί και τους κυβερνά. Η χειρότερη φυλακή απ’ όλες. Φιλοδοξίες, ματαιοδοξίες, κενοδοξίες, συμβάσεις, συμφωνητικά χωρίς αμοιβαίο όφελος, συγκατανεύσεις «για τα μάτια τού κόσμου», άνευ αποχρώντος λόγου κι αιτίας σοβαρής.

Αντιπεπονθός. Η Μοίρα έρχεται ανελέητη να χτυπήσει τους υβριστές, τους καταπατητές, τους καταπατητές, εκείνους που έχασαν την ψυχή τους στο κυνήγι μιας πλασματικής ευτυχίας. Κι η τραυματισμένη (στο φτερό) αγριόπαπια σύμβολο τής Ζωής τής παγιδευμένης σε κελιά που μήτε κατσαρίδα δεν αντέχει.

Κωνσταντίνος Μπούρας – https://www.fractalart.gr/agriopapia-ipsen/

Η Αγριόπαπια του Χένρικ Ίψεν κριτική της Χρυσάνθης Κορνηλίου στην εφημερίδα Κυριακάτικη Δημοκρατία

 

 

Μια ρεαλιστική και συμβολική «Αγριόπαπια» στο θέατρο Εκάτη

Το θέατρο Εκάτη, ανανεωμένο, αλλά πάντα ατμοσφαιρικό, συνεχίζει για πολλοστή χρονιά την εξαιρετικά πετυχημένη παράδοσή του στο ανέβασμα κλασικών έργων και δη σκανδιναβικών, με την παράσταση της «Αγριόπαπιας» του μεγάλου Νορβηγού Ερρίκου Ίψεν, το δράμα στο οποίο συμποσούνται τα κύρια χαρακτηριστικά του έργου του, με κυρίαρχο το εμβληματικό ζήτημα του ζωτικού ψεύδους, αλλά και την κλασική τριγωνική εκδοχή μιας εξ υπαρχής υπονομευμένης οικογενειακής ευτυχίας.

Η οικογένεια Έκνταλ, που αποτελείται από το ζευγάρι, τον Γιάλμαρ και την Γκίνα, τη 14χρονη κόρη τους και τον παππού, πατέρα του Γιάλμαρ, τα φέρνει δύσκολα βόλτα οικονομικά, αλλά ζει με αξιοπρέπεια μια -κατά τα φαινόμενα- ζεστή οικογενειακή ζωή με νοιάξιμο και τρυφερότητα. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, όλοι έχουν κάποια σκοτεινά σημεία στο παρελθόν, κάποιες απόκρυφες γωνιές στην ψυχή και στο μυαλό. Μόνο η μικρή αθώα Έντβιγκ εξαιρείται, με την άδολη αγάπη και τη δοτικότητά της, που ωστόσο υφίσταται μοιραία τις συνέπειες των πράξεων και των αποφάσεων του ενήλικου περιβάλλοντός της. Ο Γιάλμαρ, ένας μάλλον αποτυχημένος φωτογράφος, ζει με το όνειρο μιας εφεύρεσης, που όλο νομίζει ότι την πλησιάζει κι εκείνη όλο απομακρύνεται -στην πραγματικότητα ονειροβατεί. Οι επιθυμίες που δεν θα πραγματωθούν, άλλωστε, αποτελούν ένα γνήσια ιψενικό μοτίβο. Όλα τα πρόσωπα, ο παππούς, ο πατέρας, η μητέρα, η κόρη, υπάρχουν και λειτουργούν υπό την αόρατη σκέπη και την έμμεση καθοδήγηση του πλούσιου της περιοχής, του εργοστασιάρχη Βέρλε, μέσα από ένα πλέγμα μυστικών που αποκαλύπτονται σταδιακά, όπως είναι αναπόφευκτο να συμβεί.

Καταλύτης σ’ αυτή την ψευδαισθητικά υγιή, χαρούμενη και ζεστή ατμόσφαιρα, που θα ανατραπεί βίαια και οριστικά, είναι ο γιος του Βέρλε, ο Γκρέγκερς, ο οποίος έρχεται να μείνει μαζί τους σε ένα δωμάτιο του σπιτιού, που προσφέρεται για ενοικίαση. Εκείνον, στην πραγματικότητα, τον καλεί το ιδανικό, τον παρακινεί η κλήση του ιδεώδους, τον ενεργοποιεί η αλήθεια, την οποία θέλει να αποκαλύψει σε όλους, προκειμένου να πάψουν να ζουν στο ζωτικό ψεύδος που έχουν επιλέξει. Η βίαιη αυτή, ωστόσο, εισβολή της απρόσκλητης διαφάνειας, αυτή η χωρίς συναίνεση επιβολή και αποκάλυψη της αλήθειας, αντίθετα με την πρόθεση του Γκρέγκερς, διαταράσσει συθέμελα την οικογενειακή εστία και προκαλεί μια τρικυμία που θα οδηγήσει σε ναυάγιο το σαθρό σπιτικό, μέσα από ένα δίχτυ παρεξηγήσεων και παγιδεύσεων. Το τέλος θα είναι αναπόδραστα τραγικό.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το δίπολο, που αποκτά και χαρακτηριστικά ρητορικής αντιπαράθεσης, ανάμεσα στους δύο ενοικιαστές, τον γιατρό Ρέλλιγκ, που αιτιολογεί τον κομφορμισμό και το ζωτικό ψέμα και καταγγέλλει ως επικίνδυνη την «ειλικρινίτιδα», και τον δονικιχωτικό ιδεαλιστή Γκρέγκερς, που αναζητεί την ιδεώδη ειλικρίνεια και την αναθεώρηση επί τον ορθόν των ανθρώπινων σχέσεων. Και οι δύο πάντως μιλούν για λογαριασμό της οικογένειας, που δεν ερωτάται, παρά -τρόπον τινά- στέκει στη μέση σαστισμένη και βιώνει τις συνέπειες των δικών τους αποφάσεων.

Την ίδια ώρα, μια τραυματισμένη (από τον πλούσιο Βέρλε) αγριόπαπια, που εκτρέφεται στη σοφίτα, αποτελεί καταφυγή τόσο του κυνηγού παππού, που την έσωσε, όσο και της μικρής, που τη φροντίζει και με την οποίαν έχει ταυτιστεί. Η αγριόπαπια, καθώς αποτελεί ένα άγριο και παράταιρο για το περιβάλλον στοιχείο, μοιάζει να λειτουργεί και συμβολικά, ενσαρκώνοντας την παγιδευμένη ζωή σε όλες εκείνες τις συνειδητές ή ασύνειδες αυταπάτες, που στηρίζουν την ύπαρξη έστω και στρεβλά.

Από κάτω βρίσκεται παγερή μοναξιά, μύχιες σκέψεις, έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας, ακροβασίες, μυστικά και ψέματα, υποκρισία και απόκρυψη, κάτι που χαρακτηρίζει συνολικά την κοινωνία. Ό,τι τους κάνει να χαίρονται είναι ψεύτικο, σαθρό, πλαστό, η χαρά δεν είναι εντέλει αληθινή. Και, όπως είναι αναμενόμενο, μια παγιδευμένη ζωή (της αγριόπαπιας ή της οικογένειας) θα απελευθερωθεί μόνο με τον θάνατο.

Το έργο ασκεί κριτική στην επίπλαστη ευπρέπεια των αστικών συμβάσεων, τοποθετώντας το ατομικό – οικογενειακό δράμα εντός ενός κοινωνικού πλαισίου, όπου καταγγέλλεται η κοινωνική ανισότητα και η ωμότητα των ισχυρών (ο πλούσιος έχει αφήσει έγκυο την υπηρέτρια, έχει υποχρεώσει τον παππού να πάρει πάνω του ένα κρίμα, έχει αφήσει ετοιμοθάνατη την αγριόπαπια, προσπαθεί να εξαγοράσει τη σιωπή και την υποταγή της οικογένειας, φέρεται ως ο απόλυτος κυρίαρχος).

Η παράσταση σέβεται το κείμενο και το πνεύμα του, παρά τη συντομευμένη αλλά όχι ελλιπή εκδοχή του, που πολύ εύστοχα έχει επεξεργαστεί ο θίασος Λεπτουργείον, που πιστώνεται επίσης τη μετάφραση και την προσαρμογή.

Έργο ρεαλιστικό και ταυτόχρονα συμβολικό αποδίδεται με το ανάλογο βάθος και εύρος, μέσα από τις εύστοχες υπογραμμίσεις της σκηνοθετικής μπαγκέτας της Βαλεντίνης Λουρμπά (με τη φιλολογική σκευή και τη θεατρική εμπειρία), αλλά και την υποκριτική ευθύτητα, εκφραστικότητα και ποικιλοχρωμία των ηθοποιών (Μιχαήλ Άγγελος Δρόσος, Χάρης Λογγαράκης, Όλγα Μουργελά, Μάνος Χατζηγεωργίου, Λήδα Χατζηδημητρίου). Η παράσταση του θεάτρου Εκάτη καταφέρνει να αποδώσει με πληρότητα όλα τα επίπεδα της θεατρικής γραφής και να φωτίσει με το πλάγιο, αιρετικό φως που απαιτείται τις υπόγειες αιχμές και τις σκιές αυτού του σπιτιού, ενός τόσο σύνθετου κοινωνικού και ψυχικού χώρου.

Στην παράσταση αναδεικνύονται όλες αυτές οι λεπτές αποχρώσεις, τα διλήμματα, οι μύχιες σκέψεις, οι υπόγειες σιωπές, οι διπλές ζωές, οι κυρίαρχες θελήσεις, οι υποταγές, το άγνωστο εσωτερικό των ηρώων (και το άγνωστο μέσα μας), τα διαπεραστικά, μη ανιχνευμένα συναισθήματα, υπόκωφα αρχικά αλλά επιταχυνόμενα στη συνέχεια. Ενσαρκώνεται η τραγικότητα με φυσικότητα και βάθος.

Προβάλλεται ο προβληματισμός για την ανάγκη ενός ανθρώπου που αίρεται πάνω από τον μέσο όρο, τις κοινωνικές συμβάσεις και τις εξωραϊσμένες σχέσεις, αλλά που ενδεχομένως μπορεί να λειτουργεί κυνικά.

Ο θεατής δεν θα αισθανθεί λύτρωση και μάλλον θα πρέπει να επιλέξει προσωπικά ανάμεσα στο (βολικό) ψέμα και την (άβολη) αλήθεια. Αλλά θα αισθανθεί αισθητική απόλαυση και θα συμμετάσχει σε μια αδιατάρακτη, μυσταγωγική εμπειρία ψυχικής και πνευματικής διέγερσης.

Εντέλει, ένα δυνατό έργο, με υπαρξιακά ερωτήματα, σε ένα μυσταγωγικό θέατρο, με καίρια σκηνοθεσία και υποβλητική ηθοποιία. Μια άξια παράσταση, που υποκλίνεται στον δραματουργό.

Γιούλη Χρονοπούλου

 

 

Για μια εμβληματική παράσταση γράφει η κριτικός Πόπη Αρωνιάδα… Iψενική “Αγριόπαπια” στο Θέατρο Εκάτη

Κλασική παράσταση αξιώσεων. Με ύφος, σκηνικά και κοστούμια, φωτισμό, μουσική και βεβαίως αναλλοίωτο κείμενο, που αποδεικνύουν  τον σεβασμό και το δέος των συντελεστών του θεάτρου Εκάτη, στο εξαιρετικό δράμα του Ίψεν.

Η άπλετη ευτυχία μιας φτωχής οικογένειας  στην καθημερινότητά της, τέρπει τον θεατή, όμως παράλληλα τον κάνει να περιμένει την έκρηξη του ηφαιστείου που σιγοβράζει. Μια οικογένεια που συντηρείται με αυταπάτες. Μια σακατεμένη αγριόπαπια φυλάνε στην σοφίτα τους, που την φροντίζουν ο παππούς Έκνταλ και η εγγονή Έντβιγκ , οι οποίοι συμβάλουν στην αρμονία και την γλυκύτητα της οικογενειακής ευτυχίας.

Ο Γιάλμαρ Έκνταλ που έχει μια επίφαση ευτυχισμένης ζωής,  δίνει όλη την ενέργεια του σε μια εφεύρεση, καθώς η επαγγελματική του δραστηριότητα με την φωτογραφία πέρασε στα χέρια της συζύγου του, η οποία για τους δικούς της λόγους είναι απόλυτα δοσμένη ψυχή και σώμα σε όλες τις πτυχές της οικογένειας.

Ο Γιάλμαρ τονίζει με νόημα πως, ο άνθρωπος που έχει έναν προορισμό πρέπει να είναι ανεξάρτητος από άλλες υποχρεώσεις.  Έτσι η Γκίνα αναλαμβάνει τα πάντα, για να ασχολείται εκείνος αναπόσπαστος με την μεγάλη του εφεύρεση, η οποία ακόμα δεν είχε συλληφθεί στον μυαλό του.

Όμως ο απρόσκλητος επισκέπτης και ιδεαλιστής  Γκρέγκερς Βέρλε, εισβάλει στην ζωή τους, φανερώνει την αλήθεια και τους διαλύει. Ο Γιάλμαρ με πληγωμένο τον ανδρικό του εγωισμό, χάνει τον έλεγχο και ξεσπά στην μικρή Έντβιγκ που τον λατρεύει, την οποία πραγματικά την εξοντώνει. Το ζωτικό ψεύδος δεν υπάρχει πια. Η αγριόπαπια που το συμβολίζει παραμένει ανάπηρη και ανελεύθερη.

Η Γκίνα, στην ερώτηση του άντρα της, ποιανού είναι το παιδί, απάντησε “δεν ξέρω”, καθώς υπήρξε ερωμένη του γέρο Βέρλε.

Η μικρή Έντβιγκ βρίσκει το θάρρος μέσα από την βαθιά της απογοήτευση μετά την αποκάλυψη της αλήθειας και βάζει το τέλος…

Κανένα άλλο έργο του Ίψεν δεν συγκεντρώνει τόσο σπαραγμό και συμπόνια.

Άριστες ερμηνείες και  σκηνοθεσία.

Άριστη επιλογή θεατρικής παράστασης για τον χειμώνα του 2023

Πόπη Αρωνιάδα

 

 

Θέατρο: Henrik Ibsen, “Αγριόπαπια” – Κριτική Νίκου Μπατσικανή

Το αριστούργημα του Νορβηγού δραματουργού Ερρίκου Ίψεν, γραμμένο στα 1884, «ανεβαίνει» στο θέατρο «Εκάτη». Δεν είναι τυχαίο πως το έργο αυτό αποτέλεσε την εναρκτήρια παράσταση του Θεάτρου Τέχνης, με την ίδρυσή του από τον Κάρολο Κουν, την θεατρική περίοδο 1942-43 και με το ίδιο έργο εγκαινίασε το Υπόγειο, ο μεγάλος δάσκαλος και αναμορφωτής του νέο-ελληνικού Θεάτρου, στα 1955-56. Έκτοτε, η «Αγριόπαπια» «ανέβηκε» από πολλούς και σημαντικούς θιάσους, στην Ελλάδα.

Ο φωτογράφος Γιάλμαρ Έκνταλ ζει στην εξοχή, με τη γυναίκα του (Γκίνα), την κόρη του (Χέντβιγκ) και τον γέρο πατέρα του (Όλντε). Όλοι συνεισφέρουν στα πενιχρά εισοδήματα της οικογένειας, περιστοιχισμένοι από οικόσιτα ζώα και ορνίθια, μεταξύ των οποίων και μια λαβωμένη αγριόπαπια. Το εισόδημά τους συμπληρώνει το ενοίκιο ενός δωματίου, που το έχουν παραχωρήσει σε κάποιους εργένηδες.

Η Χέντβιγκ, δέκα τεσσάρων ετών, πάσχει από σοβαρό πρόβλημα στα μάτια, και οι δικοί της δεν της επιτρέπουν να πηγαίνει στο σχολείο, αποκρύβοντάς της πως κινδυνεύει να τυφλωθεί. Έτσι περνά τον χρόνο της βοηθώντας τους γονείς της και φροντίζοντας τις κότες τους και ιδιαιτέρως την αγριόπαπια, δώρο στον παππού της από τον παλιό του συνεργάτη, χονδρέμπορο Χόκον Βέρλε. Τα χρόνια κυλούν, με την οικογένεια Έκνταλ να ζει αρμονικά, παρά τις οικονομικές δυσκολίες και την αρρώστια της Χέντβιγκ. Ο πατέρας, Γιάλμαρ, προσπαθεί για μίαν ανακάλυψη που θα αναδείξει τη φωτογραφία σε τέχνη, κάτι που του δίνει την εντύπωση πως πρόκειται για σπουδαίο άνθρωπο, πέραν της ευτυχίας που απολαμβάνει ως επιτυχημένος οικογενειάρχης. Αυτή του η προσπάθεια είναι καύχημα όλης της οικογένειας, και ζουν τρισευτυχισμένοι.

Μια μέρα δέχονται απρόσμενη επίσκεψη από τον γιο του Χόκον Βέρλε,  Γκραίγκερς (Γκρέγκορ), ο οποίος επιστρέφει στην πατρίδα του, έπειτα από χρόνια απουσίας σε μιαν ερημιά, όπου ανέπτυξε τη φιλοσοφία του, την οποία αποκαλεί «επιταγή του ιδεώδους», που έγκειται στην προσπάθεια για ανεύρεση και επικράτηση της αλήθειας, με κάθε κόστος.

Ο Γκρέγκορ ενοικιάζει το τελευταίο ελεύθερο δωμάτιο του σπιτιού κι επισκέπτεται την οικογένεια Έκνταλ, συχνά. Γνωρίζοντας κάποια ανομολόγητα μυστικά (έστω κι αν αυτά είναι απαραίτητα ή συμβατικά), αρχίζει να τα αποκαλύπτει, θεωρώντας την αλήθεια απαραίτητο συστατικό της ευτυχίας. Ο Γκρέγκορ, με βάση τη θεωρία του, επιχειρεί να σώσει τον Έκνταλ, όπως κάνει η αγριόπαπια, ένα πουλί που, όταν νιώσει κίνδυνο, βουτάει σε κάποια λίμνη και γαντζώνεται από τα φυτά του βυθού, για να σωθεί.

Σώζεται, όμως, εκεί, ή σκάει από έλλειψη οξυγόνου; Ποιες θα είναι οι συνέπειες των αποκαλύψεων του Γκρέγκερς; Μήπως ένα συμβατικό ψέμα είναι προτιμότερο από την τραγική αλήθεια; Αλληγορική τραγωδία για την αναγκαιότητα του ψεύδους και την απόκρυψη της αλήθειας.

Θαυμάσια παράσταση, σκηνοθετημένη επιδέξια από την ηθοποιό και σκηνοθέτιδα Βαλεντίνη Λουρμπά, «ψυχή», καλλιτεχνική διευθύντρια και ιδρύτρια του Θεάτρου Εκάτη. Πολύ όμορφο, ατμοσφαιρικό και με προοπτική, το σκηνικό, «υπηρετούσε» το έργο εποχής και την υπόθεση. Ανάλογα και τα ωραία κοστούμια των ηθοποιών, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν και οι υποβλητικοί φωτισμοί.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών, έξοχες, χωρίς υπερβολές και στοιχεία εντυπωσιασμού, ανέδειξαν την ψυχοσύνθεση του κάθε ήρωα – ρόλου. Εντυπωσιάζει ο Μάνος Χατζηγεωργίου, για το συγκροτημένο παίξιμό του, στον ρόλο του επιτυχημένου επαγγελματία και οικογενειάρχη. Εξαίρετη σύζυγος και μητέρα η Όλγα Μουργελά. Απολαυστικός παππούς αλλά και γιατρός – επισκέπτης ο Χάρης Λογγαράκης. Ιδανικά πλαισίωσαν και οι νεότεροι: Λήδα Χατζηδημητρίου, ως κόρη, και Μιχαήλ – Άγγελος Δρόσος, στον καταλυτικό ρόλο του επισκέπτη Γκρέγκερς. Οι θεατές αντάμειψαν όλους τους συντελεστές της παράστασης, με θερμά και παρατεταμένα χειροκροτήματα, στο τέλος. Θερμά συγχαρητήρια! 

Νίκος Μπατσικανής – https://www.palmografos.com/permalink/37732.html 

 

 

Ανθούλα Δανιήλ: Η αγριόπαπια του Ερρίκου ΄Ίψεν στο θέατρο ΕΚΑΤΗ σε σκηνοθεσία Βαλεντίνης Λουρμπά

Μας χωρίζουν σχεδόν 120 χρόνια από τον θάνατο του Νορβηγού Ερρίκου Ίψεν  (1828-1906) και όμως τα έργα του δεν έπαψαν ποτέ να παίζονται πάντα με επιτυχία και θαυμασμό για τις αθάνατες ιδέες τους.

Ο Ίψεν ήταν από τους ιδρυτές του μοντερνισμού, πατέρας του ρεαλισμού, ο πιο πολυπαιγμένος μετά τον Σαίξπηρ και ο πιο μεγάλος του 19ου αιώνα ανάμεσα στους πιο διακεκριμένους της Ευρώπης. Επηρέασε σχεδόν όλους τους σπουδαίους  σε Ευρώπη και Αμερική. Μετά τους αρχαίους τραγικούς και τον Σαίξπηρ ίσως είναι ο επόμενος στη σειρά που παίζεται και ξαναπαίζεται στην Ελλάδα και το κοινό τρέχει πάντα να τον δει.

Ο Ίψεν είχε ως πρότυπο την οικογένειά του για τα έργα του, μια οικογένεια με πάρα πολλά προβλήματα, από όπου πήρε χαρακτηριστικά για τους ήρωές του επιβεβαιώνοντας το πόσο πολύ η τέχνη και η πραγματικότητα  δεν είναι απλώς συγκοινωνούντα δοχεία αλλά σχεδόν ταυτίζονται. Κυρίως τον ενδιέφεραν οι γυναίκες που καταπιέζονταν,  με τη σκέψη στη μητέρα του. Ο Ίψεν στα 18 του απέκτησε ένα εξώγαμο παιδί, το οποίο αναγνώρισε αλλά δεν γνώρισε ποτέ, οπότε και το ευαίσθητο θέμα του παιδιού εμφανίζεται στα έργα του, όπως και στην «Αγριόπαπια».

Η «Αγριόπαπια» γράφτηκε το 1884 και είναι ίσως το καλύτερο της φωτεινής του περιόδου, ένα έργο χωρίς ιδανικούς ήρωες, αλλά απλούς καθημερινούς ανθρώπους με αδυναμίες, κενές φιλοδοξίες και ανομολόγητα μυστικά στην ψυχή τους. Λένε πως είναι ένα σύμβολο του ίδιου του Ίψεν που δεν αντέχει τον κόσμο ή της πληγωμένης αλήθειας που ζει κρυμμένη στα σκοτάδια.

Στο έργο, η  αγριόπαπια, ένα άγριο πουλί που δεν μπορεί να πετάξει γιατί είναι πληγωμένη, ζει μαζί με τα οικόσιτα, σε ένα δωμάτιο του σπιτιού.  Οι άνθρωποι που τη φιλοξενούν ελπίζουν πως θα συνηθίσει.

Η οικογένεια αποτελείται από τον Γιάλμαρ που είναι παντρεμένος με τη Γκίνα, η οποία υπήρξε υπηρέτρια σε ένα πλουσιόσπιτο, και έχουν μια κόρη, την Έντβιγκ που θεωρεί δική της την αγριόπαπια, την υπεραγαπά και τη φροντίζει.   Το σπίτι περνάει οικονομικές δυσκολίες, ο Γιάλμαρ δεν βγάζει χρήματα, αλλά η σύζυγός του τα καταφέρνει με πολλές οικονομίες και όλα πάνε καλά μέχρις όπου εμφανίζεται ένας νέος άνδρας, ο Γκρέγκερς Βέρλε, που θέλει καλά και σώνει να φέρει στο φως την κρυμμένη αλήθεια, γιατί αυτή πρέπει να βρίσκεται στη βάση κάθε οικογένειας.

Συγκεκριμένα, θέλει να φανερώσει ότι η σύζυγος υπήρξε ερωμένη του πλούσιου κυρίου της και πατέρα του και ότι η κόρη της είναι κόρη εκείνου. Έτσι εξηγούνται και κάποια δώρα στην κόρη ή στον παππού εκ μέρους του πλούσιου Βέρλε. Ο σύζυγος δεν ξέρει βεβαίως τίποτα.   Όταν όμως το μαθαίνει, αλλάζει στάση, φεύγει από το σπίτι και δεν θέλει να έχει καμία σχέση με τη μάνα και την κόρη. Η Γκίνα υποφέρει ξέροντας, αλλά η Έντβικ που δεν ξέρει  και δεν καταλαβαίνει αυτή την ξαφνική αλλαγή, καταρρέει και, με την παρότρυνση του  Βέρλε, αποφασίζει να σκοτώσει την πληγωμένη «αγριόπαπια», για να αποδείξει την αγάπη της στον μπαμπά της, θυσιάζοντας ό,τι υπεραγαπά. Μόνο που η Έντβιγκ δεν θα σκοτώσει την αγριόπαπια· θα προτιμήσει αλλιώς να αποδείξει ότι αγαπά τον μπαμπά της.

Στο έργο συγκρούεται ο Γκρέγκερς, ο οπαδός της απόλυτης αλήθειας που  ακούει τις «κλήσεις του ιδανικού», της «ειλικρινίτιδας», όπως λέει ο γιατρός Ρέλλιγκ, ο οποίος, αντιθέτως είναι οπαδός του «Ζωτικού ψεύδους». Ο Βέρλε θα πετύχει να κάνει την οικογένεια άνω κάτω, τον φαινομενικό παράδεισο κόλαση, αλλά στο τέλος θα επιχειρηθεί η σύγκλιση.  Ο Ίψεν όμως δεν αρέσκεται σε χάπι εντ, έτσι ο αναγνώστης θα βρεθεί μπροστά σε ένα πολύπλοκο, σύνθετο και δυσερμήνευτο έργο. Δεν είναι τυχαίο πως ο «γιατρός» προσπαθεί να θεραπεύσει κάθε ασθένεια, όχι μόνο του σώματος αλλά και του πνεύματος, και γι’ αυτό αφήνει τον «ασθενή» του στην αυταπάτη του, προτείνοντας τρόπους –την εφεύρεση του Γιάλμαρ π.χ.- για να κάνει τη ζωή του ενδιαφέρουσα, αν  και δεν πιστεύει σ’ αυτήν, είναι όμως ένα κίνητρο για ζωή. Αντιθέτως, ο  Βέρλε επιμένει πως η αλήθεια πρέπει να αποκαλύπτεται με κάθε κόστος.  Οι άνθρωποι όμως είναι κοινοί θνητοί· δεν είναι πλασμένοι για τις μεγάλες ιδέες, δεν τις αντέχουν στην καθημερινή φαινομενικά απλή, αλλά στην ουσία, πολύπλοκη ζωή τους…

Η Βαλεντίνη Λουρμπά καθοδήγησε πολύ σωστά τους ηθοποιούς της, οι οποίοι σταδιακά μας αποκάλυψαν τον αληθινό χαρακτήρα που υποδύθηκαν. Όλοι μέσα στην πλάνη τους. Ο παππούς που πυροβολούσε κουνέλια και κότες με την ιδέα ότι κάνει κυνήγι λιονταριού. Ο σύζυγος που δούλευε ή δεν δούλευε, πάνω σε μια ανύπαρκτη εφεύρεση, ο γιατρός που τον ενθάρρυνε ενώ ήξερε πως τίποτα δεν έκανε, η μητέρα που ξέρει αλλά δεν τολμά να πει τα μυστικά της, η κόρη που δεν ξέρει και δεν  αντέχει την απόρριψη. Όλοι μπλεγμένοι σε ένα δίχτυ της μοίρας τους, από το οποίο θα βγούνε φωτισμένοι, αλλά και βαθιά πληγωμένοι

Η Λήδα Χατζηδημητρίου απέδωσε συγκινητικά, στην αρχή, την αθώα κόρη, που αγαπά τους γονείς και πάρα πολύ τον πατέρα της και σπαρακτικά, στο τέλος, όταν δεν μπορεί  να εξηγήσει την αλλαγή της συμπεριφοράς του. Είναι τραγικό θύμα η ίδια όταν αποφασίζει τελικά να θυσιάσει την αγριόπαπια,  η αθώα του αίματος τούτου.

Η Όλγα Μουργελά, πίσω από τον ρόλο της αφοσιωμένης συζύγου και μητέρας, με μια βαθιά πληγή στο βάθος της ψυχής της, αγωνίζεται να αποφύγει τις αποκαλύψεις, αλλά τελικά δεν τα καταφέρνει και η αλήθεια θα φέρει τη συμφορά. Η πιο τραγική στιγμή της είναι η ομολογία ότι δεν ξέρει αν η κόρη της είναι παιδί του αφεντικού ή του συζύγου της. Ο πατέρας Γιάλμαρ, Μάνος Χατζηγεωργίου, αφημένος στην αυταπάτη του, στη φιλοδοξία του, στο ανέφικτο όνειρό του, εν ολίγοις, θα πέσει με πολύ θόρυβο από τον ουρανό της άγνοιάς του στη γη, θα έχει δίκιο αλλά θα γίνει άδικος και σκληρός και θα είναι πολύ αργά όταν θα μεταμεληθεί.

Ο γιατρός Ρέλλιγκ, Χάρης Λογγαράκης, άνετος με όλη τη γνώση κρυμμένη, μοιάζει σαν να πιστεύει βαθιά στο «μακάριοι οι μη ειδότες» ή αλλιώς μοιάζει με σοφιστή που βλέπει κάθε πλευράς το δίκιο ή το άδικο. Γνωρίζει τα πράγματα και ξέρει ότι απόλυτο δίκιο δεν υπάρχει ούτε απόλυτη αδικία. Στη δεύτερη εκδοχή του (παίζει και τον ρόλο του παππού) ζει την έσχατη ευκαιρία της αυταπάτης του.

Άφησα τελευταίο τον καταλύτη, Μιχαήλ Άγγελο Δρόσο, ως  Γκέγκερς που εισέβαλε σε ένα σπίτι για να το φωτίσει με το φως του εωσφόρου. Το αγαλματένιο και σχεδόν ανέκφραστο πρόσωπό του, συχνά, λόγω του φωτισμού, έδινε την εντύπωση πως είναι άγγελος του θανάτου. Είναι ο γιος  που βρίσκεται σε σύγκρουση με τον πατέρα και ήρθε από μακριά για να δείξει στους ανθρώπους την αλήθεια. Η περίσταση  όλη υποβάλλει την αίσθηση μιας άδηλης θρησκευτικότητας, χριστιανικότητας, αν μάλιστα υπολογίσουμε πως η χριστιανική θρησκεία διδάσκει την ελπίδα και την αγάπη, με όποια σημαινόμενα έχει αυτή η περίπτωση.

Οι καιρικές συνθήκες, κρύο, χιόνι, βουνά, αέρας, επανωφόρια, κασκόλ, σκούφιες, εσάρπες, καπέλα, κοστούμια σύνεργα της θεατρικής σύμβασης. Το σκηνικό με τα έπιπλά του, το τραπέζι στο κέντρο, όπου τρώνε, κάθονται, εργάζονται. Πάνω σ’ αυτό το τραπέζι παίζονται τα πάντα.

Η μουσική, το γνωστό Ρέκβιεμ του Μότσαρτ, και οι μεταλλικοί, μερικές φορές, φωτισμοί έδιναν μια εικόνα μεταφυσικής, ενώ άλλοτε το τεχνητά φυσικό φως έδινε τις στιγμές της αγωνίας ή της άγνοιας μέσα στο σπίτι.Τα αθάνατα κλασικά έργα, δεν χάνουν ποτέ την επικαιρότητά τους και το μεγαλείο ανήκει στη ζωή και ό,τι την προωθεί. Η αλήθεια  που σκοτώνει δεν είναι αρετή αλλά μέγα λάθος. Ωστόσο, παραμένουμε με την απορία για το τι πραγματικά ήθελε να μας πει ο Ό Ιψεν ή τι μας έβαλε στο νου να σκεφτούμε μόνοι μας.

Εκείνο που πρέπει να τονίσουμε με έμφαση είναι ότι η Βαλεντίνη Λουρμπά, δοκιμασμένη ήδη και επιτυχημένη πολλά χρόνια στο κλασικό θέατρο, σέβεται τα μεγάλα έργα με τα οποία καταπιάνεται. Δεν τα αλλάζει, δεν προσπαθεί να υποκαταστήσει τον μεγάλο συγγραφέα, αλλά να τον καταλάβει και να τον ερμηνεύσει, όσο είναι δυνατόν. Την ενδιαφέρει να αναδείξει τις αξίες που ο συγγραφέας προβάλει μέσα στο έργο του. Κάθε προσπάθειά της είναι ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση της τελείωσης. Γι’ αυτή τη σοβαρή και σταθερή στάση της απέναντι στο μεγάλο κλασικό έργο είναι αξιέπαινη και το αποτέλεσμα φάνηκε στο κοινό -που γέμισε, όπως πάντα άλλωστε, το θέατρό της-, στην κρατημένη ανάσα του και στη συγκρατημένη του συγκίνηση. Της αξίζει ένα πολύ μεγάλο και θερμό χειροκρότημα.

Ανθούλα Δανιήλ

 

 

«Αγριόπαπια» του Ερρίκου Ίψεν στο θέατρο Εκάτη (Γράφει ο Ευάγγελος Κ. Βαλσαμίδης)

Tο έργο πραγματεύεται την ψυχική κατάσταση μιας οικογένειας που συντηρείται με αυταπάτες τις οποίες συμβολίζει μια σακατεμένη αγριόπαπια που την φυλάνε στην σοφίτα τους, και την φροντίζουν η εγγονή Έντβιγκ και παππούς Έκνταλ. Η αγριόπαπια, είναι το σύμβολο του ζωτικού ψεύδους. Το δράμα παίζεται στο σπίτι ενός αποτυχημένου φωτογράφου του Γιάλμαρ Έκνταλ που έχει μια επίφαση ευτυχισμένης ζωής την καλύπτει η στίλβη των ψευδαισθήσεων και της αυταπάτης. Καταρρέουν τα πάντα, όταν εισβάλει ένας ιδεαλιστής ο Γκρέγκερς Βέρλε και φανερώνει την αλήθεια και τους εξοντώνει.  Η Γκίνα, η γυναίκα του Γιάλμαρ, ήταν ερωμένη του πατέρα τού Γκέγκερς, του γέρο Βέρλε. Ο Γκέγκερς αποδεικνύει πως η κόρη τού Γιάλμαρ, η Έντβιγκ δεν είναι παιδί του φωτογράφου Γιάλμαρ, αλλά του γέρο Βέρλε στο σπίτι του οποίου πριν παντρευτεί τον Γιάλμαρ, η Γκίνα εργαζόταν ως υπηρέτρια την οποία κατέστησε έγκυο το αφεντικό της ο γέρο Βέρλε και με την γνώση της αλήθειας έρχεται η καταστροφή. Η μικρή Έντβιγκ μαθαίνοντας την αλήθεια αυτοκτονεί.

Η αποκάλυψη της αλήθειας ανατρέπει τα θεμέλια της οικογένειας Έκνταλ, ο θεμελιωμένος στο αναποκάλυπτο ψέμα κόσμος τους, καταρρέει. Ο σύζυγος αποφασίζει να εγκαταλείψει σύζυγο και θυγατέρα, η οποία αφού αποπειράθηκε να θυσιάσει την πολύτιμη πάπια της, αυτοπυροβολείται με το ίδιο όπλο. Ο γιατρός Ρέλινγκ που ήταν γνώστης της αλήθειας που μέχρι τότε σαν αναποκάλυπτο ψέμα στήριζε την οικογένεια, αποφθεγματίζει εν κατακλείδι με κυνικό τρόπο: Στέρησε το μέσο άνθρωπο από το ψέμα της ζωής του και ληστεύεις την ευτυχία του. Σε συμβολικό επίπεδο ο Γκρέγκερς και ο Ρέλινγκ φαίνεται να είναι αντίθετοι (η αρετή της αλήθειας ενάντια στο «ζωτικό ψέμα»). Ο γιατρός Ρέλινγκ υπερασπίζεται την θεραπευτική ιδιότητα του κοινωνικού ψεύδους, ως μέσον συντήρησης της οικογενειακής αρμονίας, ο δε Γκρέγκερς επιμένει, ότι υπάρχει ελπίδα με την αποκάλυψη της αλήθειας να επέλθει η «λύτρωση», η οποία δεν επέρχεται, αλλά οδηγεί στον θάνατο την Έντβινγκ. Εδώ γεννάται είναι ερώτημα: κατά πόσον ο Γκέγκερς λειτούργησε ως φορέας της αποκάλυψης της αλήθειας ή ως ετεροθαλής της εξώγαμης Έντβινγκ αδελφός, θέλησε να απαλλαγή με την καταστροφή της, από την παρουσία της. Αυτό εξάγεται και από το γεγονός ότι δεν δείχνει κανένα οίκτο ως προς την Έντβινγκ, τόσο για το ότι έχει μείνει μακριά από μόρφωση κλεισμένη μέσα στο πατρικό σπίτι, όσο και από την επέλευση του τέλους της με την αυτοκτονία της. Είναι ένα ερώτημα που δεν τέθηκε από κανέναν των μελετητών του έργου. Η διάγνωση του γιατρού Ρέλινγκ, αν δεν είχε παρεισφρύσει καταλυτικά στην οικογένεια ο Γκέγκερς, δείχνει κατά πόσον το ζωτικό ψεύδος είναι παράγοντας της κοινωνικής αρμονίας: «Στέρησε τον μέσο άνθρωπο από το ψέμα της ζωής του και του ληστεύεις την ευτυχία.»

Η παράσταση της Αγριόπαπιας στο Θέατρο Εκάτη έχει συντμηθεί σε τρεις πράξεις (οικονομία του χρόνου), όπως και στην σκηνική παρουσία έχει περιοριστεί σε πέντε πρόσωπα και σε ένα σκηνοθετικό τέχνασμα, ώστε να έχουμε αναφορές στα λεγόμενα των ελλιπών προσώπων του έργου, όπως και σε μαγνητοφώνηση της συνομιλίας του Γκέγκερς με τον πατέρα του, χωρίς να χάνει το παραμικρό από την δραματική στόχευσή του, το Ιψενικό δράμα. Όπως έχω τονίσει κατ’ επανάληψη, τα τελευταία χρόνια είναι σπάνιες οι παραστάσεις έργων του κλασσικού ρεπερτορίου, οι οποίες απαιτούν πολλές δαπάνες σε σκηνικά, κοστούμια εποχής, πρόσωπα και υλικοτεχνικά μέσα. Έτσι ένα ανέβασμα ενός τέτοιου έργου αποτελεί άθλο, υψηλό γούστο και αφοσίωση στην υπηρεσία της σκηνικής τέχνης, με απαιτήσεις. Το θέατρο Εκάτη και η Βαλεντίνη Λουρμπά επιμένουν στον Ίψεν και αυτό δείχνει υψηλό γούστο και αντοχή.

Παρακολουθώντας τις παραστάσεις του θεάτρου Εκάτη, επιτέλους ο θεατής απολαμβάνει κάτι που έχει σπάνια τα τελευταία χρόνια να δει και να απολαύσει, ως θέατρο. Ο περιορισμός των προσώπων του έργου, με την μη εμφάνιση επί σκηνής έχει επιχειρηθεί από την Βαλεντίνη και σε άλλα έργα του Ίψεν, αλλά και του Στρίντμπεργκ με απόλυτη επιτυχία, χωρίς να στερεί από τα έργα το παραμικρό. Οι ηθοποιοί με την καθοδήγηση της σκηνοθέτιδας, επιδόθηκαν σε απόδοση των χαρακτήρων, με αριστοτεχνικές ψυχικές κλιμακώσεις, μέχρι εξάντλησης των ορίων της ερμηνείας. Ο διπλός ρόλος που κλήθηκε να παίξει ο Χάρης Λογγαράκης, αυτόν του γέρο Έκνταλ και του γιατρού Ρέλινγκ έδειξε την ευρεία εκφραστική σκευή του ηθοποιού, με περισσή πειστικότητα και στους δύο ρόλους. Ο Μάνος Χατζηγεωργίου (Έντγκαρ) στάθηκε στο ύψος που απαιτεί ο ρόλος ανάμεσα στις αντιφάσεις που συνοδεύουν την καθημερινότητα ενός αποτυχημένου φωτογράφου που έχει ως βασικό στόχο ζωής την επιστημονική εξέλιξη της φωτογραφικής τέχνης και του οικογενειάρχη, άλλοτε γαλήνιος και άλλοτε συγκαταβατικά αρνητικός, με άριστες διακυμάνσεις στο χειρισμό του «διπολικού» ρόλου του, με εξ ίσου άριστη άρθρωση ακόμη και των ελάχιστων ψίθυρων. Η Όλγα Μουργελά διεξήλθε με επιτυχία τον δύσκολο ρόλο της Γκίνα Έκνταλ, στη γεφύρωση δύο αντίθετων στάσεων, ως μιας απλής εργαζόμενης νοικοκυράς και της χειμαζόμενης γυναίκας από το απωθημένο εν πολλοίς μυστικό τής σχέσης της με το άλλοτε αφεντικό της, τον Χόκον Βέρλε.

Ο Μιχαήλ Άγγελος Δρόσος απέδωσε έναν αξιοθαύμαστο Γκέγκερς, τόσο ως αινιγματικής συμπεριφοράς πρόσωπο, που εισελαύνει ακάθεκτα σε ένα καθημερινό σπιτικό, ανατρέπει τις βεβαιότητές της οικογένειας, και εξωθεί στην αποκάλυψη της αλήθειας, που δεν οδηγεί τελικά στην λύτρωση, αφού το αποτέλεσμα του ζωτικού ψεύδους, που μετατρέπεται στη αναποκάλυπτη μέχρι τότε αλήθεια, οδηγεί την μικρή Έντβινγκ στην αυτοκτονία.

Άφησα τελευταία την «τελευτήσασα τον ρολίστικο βίο» της, Λήδα Χατζηδημητρίου που από όσες παραστάσεις του έργου αυτού του Ίψεν έχω δει, τολμώ να πω, ήταν η πιο πειστική. Με εξέπληξε με την άνεση στο να μπαινοβγαίνει στις ανάγκες του ρόλου, από την σοβαρή πλευρά ενός υπεύθυνου παιδιού στην αφελή και κάπως ονειρική απόληψη της ζωής. Κλεισμένη σε ένα σπίτι, χωρίς εξόδους σε ένα κλουβί, όπως η αιχμαλωτισμένη από τραύμα κυνηγού αγριόπαπια, εναλλάσσει με άνεση συμπεριφορές, όπως απαιτεί ο ρόλος.

Η σκηνοθεσία της Βαλεντίνης Λουρμπά εικονογράφησε τέλεια, μέσα από το στήσιμο του σκηνικού και των ηθοποιών, την Αγριόπαπια του Ερρίκου Ίψεν και ενέγραψε στο ενεργητικό της άλλη μια εξαιρετική σκηνοθεσία. Χειρίστηκε αποτελεσματικά τον φωτισμό  του Αντώνη Συμεωνάκη, ο οποίος συμμετείχε εύστοχα στην σκηνική δράση. Σημείωσα την συντονισμένη από την σκηνοθέτιδα παρέμβαση του χειριστή της κονσόλας  Σίσσυς ΄Σάββα, ώστε να συμμετέχει δημιουργικά στην σκηνική δράση και την σκηνογραφική εικόνα, ώστε να σημαίνει τις εναλλαγές του χρόνου δράσης (ημέρας-νύχτας), ένα παραπληρωματικό στοιχείο της όλης σκηνογραφικής σύνθεσης, ένα εικονιστικό «παιχνίδι» προσώπων και πραγμάτων, εν χρόνω, όπως δηλαδή πρέπει να είναι ο ρόλος που καλείται να διαδραματίσει ο φωτισμός σε μία επιμελημένη παράσταση και ως αναπόσπαστο μέρος της θεατρικής σύνθεσης.

Έφυγα γοητευμένος από την παράσταση της Αγριόπαπιας του Ίψεν στο θέατρο ΕΚΑΤΗ, έργο το οποίο συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όλους.

Ευάγγελος Κ. Βαλσαμίδης – https://www.poiein.gr/2023

 

 

H «Αγριόπαπια» του Ίψεν στο θέατρο Εκάτη – Κριτική παράστασης

Ιταλία, 1884. Ο Ίψεν γράφει καθημερινά, αδιάκοπα, για τέσσερις μήνες. Στις 2 Σεπτεμβρίου, στέλνει χειρόγραφο νέου έργου στον εκδότη του, και στις 11 Νοεμβρίου, εκδίδεται η Αγριόπαπια. Μετά την κατακραυγή των Βρυκολάκων (το 1881), και τον θρίαμβο του Εχθρού του Λαού (το 1882), ο Ίψεν δεν έχει γράψει λέξη για δύο ολόκληρα χρόνια.

Μακριά από τη Νορβηγία, και έχοντας ήδη αποδώσει ολοκληρωμένα συλλογικούς προβληματισμούς του, παύει να επιδιώκει να μεταδώσει κάποιο κοινωνικό μήνυμα, και ανακτά τη δημιουργικότητά του όταν καταπιάνεται με υπαρξιακά ερωτήματα (παρά τη βεβαιότητά του πως το νορβηγικό κοινό δεν θα ενδιαφερθεί για αυτά) – με στόχο να δώσει διέξοδο σε ιδέες που συσσωρεύονται μέσα του από καιρό.

Έμπνευση γίνεται ο εαυτός και η ζωή του, αποτυπώνοντας προσωπικούς στοχασμούς και αντλώντας από βιώματα- (εξού και τα αυτοβιογραφικά στοιχεία* που έχουν, αναπόφευκτα, ‘τρυπώσει’ στο κείμενο), εκφραζόμενα μέσα από την ατομικοποίηση των χαρακτήρων, την οποία δουλεύει ιδιαίτερα.

Αποδέσμευση και αναγκαιότητα οδηγούν στη δημιουργία ενός από τα πιο σύνθετα έργα, όχι μόνο του ίδιου, μα και του σύγχρονου θεάτρου ευρύτερα: 5 πράξεις, 2 σκηνικά, τρίωρη διάρκεια, 12 χαρακτήρες (και συνολικά 21 πρόσωπα)- αμέτρητες έννοιες και πολυεπίπεδα σύμβολα. Κεντρικό σύμβολο και καταλύτης η αγριόπαπια, που περιθάλπει στη σοφίτα της η οικογένεια του Γιάλμαρ Έγκνταλ.

Αυτός, ζει ευτυχισμένος, αγνοώντας πως ο ίδιος άνθρωπος που χρηματοδότησε τις σπουδές του στη φωτογραφία, και τραυμάτισε στο κυνήγι την αγριόπαπια (ο εργοστασιάρχης Βέρλε), έχει επίσης ενοχοποιήσει τον γέρο – Έγκνταλ για έγκλημα που διέπραξε, οδηγώντας τον στη φυλακή, και συνάψει στο παρελθόν σχέσεις με τη γυναίκα του, Γκίνα, αφήνοντάς την έγκυο στην κόρη, Έντβιγκ, που ο Έγκνταλ θεωρεί δική του.

Με την άφιξη του ιδεαλιστή Γκρέγκερς, γιού του Βέρλε, και παλιού συμμαθητή του Έγκνταλ, και παρά τις προειδοποιήσεις του γιατρού Ρέλινγκ, η αλήθεια μαθαίνεται, επιφέροντας τη διάλυση της οικογένειας, και την αυτοκτονία της δεκατετράχρονης κόρης, που άθελά του προωθεί ο Γκρέγκερς, προτείνοντάς της να σκοτώσει την αγριόπαπια, ως απόδειξη αφοσίωσης στον πατέρα της- ο οποίος καταλήγει να θρηνεί μαζί με τη σύζυγό του την κόρη, που είναι εξίσου “δική του” πλέον.

Το δράμα τελειώνει με τους θεατές της τραγωδίας να εκφράζουν τα συμπεράσματά τους: Η “απαίτηση του ιδεώδους” εξυψώνει τον Γιάλμαρ, αναδεικνύοντας το μεγαλείο του – στα μάτια του Γκρέγκερς, ενώ για τον Ρέλινγκ, χωρίς το “ζωτικό ψεύδος”, ο Γιάλμαραν αναπόφευκτα θα ξεπέσει όταν καταλαγιάσει.

H νοηματοδότηση του επιλόγου ανήκει στον θεατή του έργου. Η “Αγριόπαπια” είναι έργο βαθιά ψυχολογικό και υπαρξιακό (παρότι έχει στοιχεία που παρασύρουν σε κοινωνικές θεωρήσεις**).

H σύγκρουση της “απαίτησης του ιδεώδους” με το “ζωτικό ψεύδος” δεν αποτελεί αντιπαράθεση ιδεολογιών, μα κοσμοθεωριών, οι οποίες παρατίθενται εξίσου ανθρώπινα, με κατάληξη το ίδιο το ερώτημα, το οποίο μπορεί να απαντηθεί κατόπιν, υποκειμενικά και εξατομικευμένα από τον “δέκτη”.

Αυτή η αντίθεση, περικλείει περίπλοκους οντολογικούς στοχασμούς (αναφορικά με την ευτυχία, τον σκοπό και το νόημα της ζωής, τον αυτοπροσδιορισμό, τον πυρηνικό εαυτό, την ανθρώπινη φύση), όχι από πρίσμα φιλολογικό, ή φιλοσοφικό, αλλά ενδοπροσωπικό. Έτσι, η πλοκή αντί να έχει ως κεντρικό άξονα τα δρώμενα***, γίνεται καθρέφτης εννοιών, μα και καθρέφτης του θεατή. [Αθήνα, 2023].

Ανάμεσα στους καθρέφτες του θεάτρου «Εκάτη», η Αγριόπαπια ζωντανεύει, σε μία μοναδική απόδοση: διαρκεί δύο ώρες – απαρτίζεται από πέντε πράξεις, και παρουσιάζεται από  ηθοποιούς, που ενσαρκώνουν 6 χαρακτήρες, με φόντο την οικία των Έγκνταλ, και τη σοφίτα της αγριόπαπιας στο background (στο center upstage).

Η παράσταση αποκλίνει δομικά από το αρχικό, μένει όμως (ως επί το πλείστον) πιστή στο ιψενικό κείμενο και ύφος. Το (αναγκαίο) ρίσκο της διαφοροποίησης είναι επιτυχημένο – δημιουργεί ένα σύνολο συγκροτημένο, που αποκτά χαρακτήρα κλασικό, με τη “βαρύτητα” που του αρμόζει, όχι όμως στυφό- αντιθέτως, απόλυτα φυσικό.

Χάρη στην (εμφανέστατα) εις βάθος επεξεργασία του κειμένου, την εννοιολογική και χαρακτηριολογική αποδόμηση, και την απόσταξη της ουσίας, οι κεντρικές θεματικές αναδεικνύονται άρτια και με σαφήνεια, και τα θεμελιώδη νοήματα απεικονίζονται απλά και ευθέως, χωρίς βέβαια να ευτελίζονται. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από την αρμονία άριστης σημειολογίας, με αμεσότητα σχεδόν “υπέρ-ρεαλιστική”, και τη σύζευξη συμβολικής και προσωποκεντρικής προσέγγισης. Οι έννοιες δεν ‘παρουσιάζονται’- μετουσιώνονται, και γίνονται αντιληπτές καθώς ανασύρονται από το συλλογικό ασυνείδητο, όπου ως “αρχέτυπα”, μας είναι οικεία, και βιωματικά αντιληπτά.

Η σκηνοθεσία της Βαλεντίνης Λούρμπα είναι εξαιρετική: προσεγμένη, λεπτομερής, ευφυής, με ρυθμό. Πετυχημένη “πινελιά” η φωνή του Αντώνη Τρικαμηνά που ακούγεται ως εργοστασιάρχης Βέρλε. Η παράσταση φέρει τη γνώριμη “υπογραφή” της- πιο ολοκληρωμένη από ποτέ.

Αξιοσημείωτη δουλειά κάνει ο Αντώνης Συμεωνάκης, στον φωτισμό και τη φωτογραφία, και η Val de Lou, στη σκηνογραφία και τα κοστούμια, ενώ ποιοτική είναι η επιμέλεια της μουσικής, από τον Σωτήρη Λούπα, και της μετάφρασης, από τον Θίασο Λεπτουργείον.

Ο Μάνος Χατζηγεωργίου -άνετος κι επιβλητικός- είναι ένας απόλυτα αυθεντικός Γιάλμαρ, προσωποποιώντας τον ίδιο τον ‘Άνθρωπο’, όχι όμως τον (‘Άκου’…) ‘Ανθρωπάκο’. ‘Κουβαλάει’ τεράστιο συναισθηματικό φορτίο χωρίς καμία υπερβολή, και συγκινεί, με μία υπέροχη εκτέλεση.

Εξίσου φυσική και η Όλγα Μουργελά, που παίζει με σιγουριά την Γκίνα, χωρίς διόλου θεατρινισμούς, μα με “αέρα” κλασικού θεάτρου.

Ο Χάρης Λογγαράκης εναλλάσσεται ευέλικτα και έμπειρα, μεταξύ του γέρο – Έγκνταλ και του Ρέλινγκ, αποδίδοντας έκαστο ξεχωριστά και εξίσου επιτυχημένα.

Η Λήδα Χατζηδημητρίου αποτυπώνει την αθωότητα και την παιδικότητα, όχι όμως “παιδιάστικά”, μα συναισθηματικά.

Τέλος, ο Μιχαήλ – Άγγελος Δρόσος διαπρέπει ως Γκρέγκερς Βέρλε: ισορροπεί απόλυτα το υπερβατικό με το ανθρώπινο- από τη μία είναι σύμβολο του ιδεώδους, συγκροτημένος και ιδανικός, από την άλλη είναι ένας αληθινός άνθρωπος, που τρώει, πίνει, και εκδηλώνει με τις μικρό-εκφράσεις του αντιδράσεις, και σκέψεις- μιλά για “δυσωδία” και αναπτύσσει την αλληγορία της αγριόπαπιας προξενώντας ρίγη στο κοινό. Στο τέλος, το κοινό χειροκροτεί ειλικρινά, και μιλά με τους ηθοποιούς που κατεβαίνουν από τη σκηνή, και τη σκηνοθέτη, που ρωτά τις εντυπώσεις: Εξαίρετο!

* (την κοινωνικό-οικονομική πτώση της οικογένειας, τις δυσκολίες που ακολουθούν, το νόθο, παραμελημένο παιδί, την εργασία στα λατομεία, τα σκαμπανεβάσματα στην πορεία της δημιουργίας).

** (όπως το κοινωνικό-οικονομικό χάσμα μεταξύ των οικογενειών Έγκνταλ και Βέρλε, και το αντίκτυπο αυτού, ή η αντίθεση του κοινωνικού “φαίνεσθαι” με το “είναι”).

*** (υπό μία έννοια, το αποτέλεσμα δεν άλλαξε με την αυτοκτονία της Έντβιγκ: τα νιάτα της ήταν ήδη καταδικασμένα, καθώς υπέφερε από ανίατη ασθένεια, και θα έχανε σύντομα την όρασή της).

Σύλβα Σαραφίδου

 

 

“Η ΑΓΡΙΟΠΑΠΙΑ” ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΚΑΤΗ, ΓΡΑΦΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΣΤΕΛΕΤΟΣ

“Ο 13ος στο τραπέζι”

Θα σας μιλήσω για την Ιψενική < Αγριόπαπια > που είχα τη χαρά να παρακολουθήσω στο Θεατρο ΕΚΑΤΗ ύστερα από πρόσκληση της κας Βαλεντίνης Λουρμπά, κυρίως μέσα από ένα – από τα πολλά που υπάρχουν στο έργο, ίσως το πιο χαρακτηριστικό – <ιψενικό τρίγωνο>.

Αυτό που συγκροτείται από τον κεντρικό πρόσωπο, τον Γιάλμαρ Έκνταλ και τους δυο <συνομιλητές> του, Γκράιγκερς και Ρέλλιγκ ! όλοι υπό την προβληματική πατρική <φιγούρα> που τίθεται σε διερώτηση !

Να είσαι <ο 13ος στο τραπέζι>! Αυτός που μπορεί να αναλάβει απρόσκλητος τη <λυτρωτική βρώμικη δουλειά >

Αυτή είναι η ισχυρή απόφαση, η ουσιαστική επιδίωξη, ο τελικός προορισμός του ανθρώπου των <ευγενικών αισθημάτων> και <υψηλών ιδανικών>, που απελευθερώνει η <ρομαντική θλίψη>. Αποτελεί για αυτόν αυτή η <απελευθέρωση> μία κάποια απόδειξη! Δίνει ένα νόημα στη ζωή μέσα από το αυθόρμητο και χαρούμενο πνεύμα της αυτοθυσίας, της Αβρααμικής θυσίας του αγαπημένου πλάσματος. Αυτή η στάση αποτελεί για τον νευρωτικό <ιδεαλιστή> των <ιδανικών απαιτήσεων> το θεμέλιο της οικογενειακής αγάπης και του επιτυχημένου γάμου. Είναι στόχος ζωής, στον οποίο σε καλεί, μέσα από μία ιεραποστολική στάση, που θέλει να σου <ανοίξει τα μάτια>! Να σε βάλει στο σωστό δρόμο ! Να κάνει – όπως δηλώνει – σωστό ζευγάρι τους Έκνταλ! Μία άρρωστη συνείδηση, που βλέπει εύκολα την δυσωδία στο χώρο, την αρρώστια στον άλλο, την απελπισία στις απεγνωσμένες του κινήσεις καθώς προσπαθεί να ανασυρθεί από το βυθό! Μια επιδίωξη, που θέλει να ταυτιστεί με το έξυπνο κυνηγόσκυλο, που κυνηγά πληγωμένες αγριόπαπιες.

Ο Ίψεν συγκροτεί το παραπάνω σχήμα του <επιτακτικού ιδεώδους> στο <πρόσωπο> του υιού Γκρέγκερς Βέρλε. Αυτός – διαφαίνεται μια προσκόλληση στη μητέρα του που είναι πεθαμένη – εκφράζει τις απόψεις του σε συνεχή σύγκρουση με τον πατέρα του, που τον θεωρεί κατάρα και καταστροφή του και αρνείται τις υπηρεσίες του. Το βαθύ χάσμα που τους χωρίζει τροφοδοτεί υπόγεια τον ανικανοποίητο & παρεμβατικό χαρακτήρα του υιού Γκράιγκερς.

Να είσαι <ο 13ος στο τραπέζι>! Εγώ θα το πω ο <παρείσακτος> άρα συμπεραίνω ο συνοδοιπόρος του θανάτου!

Μία φλυαρία, που δεν μπορεί να γίνει πιστευτή, είναι αυτό το <επιτακτικό ιδεώδες> Κούφια λόγια η στάση αυτή της θυσίας για τον υπέρμαχο της <αποτελεσματικής θεραπείας> γιατρό Ρέλλιγκ. Ένα μελοδραματικό σιρόπι, που εδράζεται σε αυτοθαυμασμό και αυτολύπηση. Μια παραφροσύνη! Μία κρίση μασκαρεμένης οξείας ειλικρίνειας, μια διαστροφή, ένα διαρκές παραλήρημα ηρωοποίησης για να υπάρχει και κάτι, που να λατρεύεται εκτός εαυτού. Στον αντίποδα της ναρκισσιστικής ανεξόφλητης <επιταγής του ιδεώδους>, ο γιατρός <θεραπευτής> Ρέλλιγκ, που το <ιδεώδες> είναι για αυτόν το φρικώδες, που ζητά εξαργυρώσεις και το όνομα του είναι ψέμα, καλλιεργεί το εξ ίσου προβληματικό, <ζωτικό ψεύδος> ως διεγερτικό παράγοντα, που σε απομακρύνει δήθεν από νεανικές αυταπάτες ενώ σε διατηρεί σε εγρήγορση.

Η επιταγή του <υψηλού ιδεώδους> και η αυταπάτη του <ζωτικού ψεύδους> -αλλιώς θα το λέγαμε η διαμάχη του νευρωτικού ιδεαλισμού με τον διεγερτικό ρεαλισμό — αυτοί οι δυο <σημαίνοντες άλλοι της επικύρωσης > , προϊόντα των σκοτεινών απόνερων της <ρομαντικής παραγωγής> του καιρού του Ίψεν, βρίσκουν λαμπρό πεδίο εφαρμογής στη προσπάθεια διαμόρφωσης του <προσώπου> – πολύ κοντα στο < προσωπείο> – του Γιάλμαρ Έκνταλ, που εκπροσωπεί τον διχασμένο, διασπασμένο, φυγόπονο τύπο της συνεχούς αναβολής, αλλά και έπαρσης, τον άνθρωπο της αποτυχίας ανάληψης εαυτού και άλλου και ταυτόχρονα της θυματοποίησης, της υποψίας, της υπόσχεσης, του όρκου, άρα και της επιορκίας, που αναγκαστικά ακολουθεί.

Η κόρη του Γιάλμαρ η Εντβιγκ, με σημαδεμένο το μέλλον της από αγιάτρευτη αρρώστια των ματιών, είναι η χαρά και ο καημός του. Επιθυμία της είναι η <επιθυμία του πατρός>! Στοιχειωμένη από την ανάγκη αποδοχής και το φόβο εγκατάλειψης από τον πατέρα της, βάζει τη προσευχή στη ζωή της και την πληγωμένη αγριόπαπια στη προσευχή της! Ο πατέρας του Γιάλμαρ ο Γερό -Έκνταλ ζει στη σκιά του παλιού του εαυτού των θρησκευτικών και κοινωνικών <στερεοτύπων>. Η νέα εφεύρεση του Γιάλμαρ, θα επιτρέψει στον πατέρα του να <ξαναφορέσει τη στολή του>. Αυτός ο <μεγάλος προορισμός> με κορώνα την ανεξαρτησία του, τον εμψυχώνει πάνω από το φτωχικό ταπεινό του περιβάλλον. Ο Γιάλμαρ αισθανόμενος τις επιταγές του ιδεώδους θέλει να πνίξει την αγριόπαπια, το εξ αμέλειας < δώρο> του γερό Βέρλε, του πλούσιου εργοδότη, που ταπείνωσε την οικογένεια του. Θέλει να σκοτώσει την αγριόπαπια, το δικό του εσωτερικό, πληγωμένο παιδί, πράξη σωτηρίας, που διαρκώς αναβάλλει δήθεν προς χάριν της κόρης του. Η εφεύρεση-<ζωτικό ψεύδος> είναι ο εσωτερικευμένος φενακισμένος λόγος, που θα τον απελευθερώσει από το επονείδιστο, παμπάλαιο, λησμονημένο χρέος προς το γέρο Βέρλε, τον πατέρα του Γκράιγκερς , θα τον ανυψώσει στα μάτια της γυναίκας και της κόρης του και θα κάνει το γάμο του να στεριώσει.

Ο Γιάλμαρ πιστεύει ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη, που να μπορεί να δοθεί από τον άνθρωπο σε αυτό τον κόσμο. Η μοίρα ας αποδώσει δικαιοσύνη! Αυτή- όπως πιστεύει – είναι που τελικά θα απαιτήσει σε ανταπόδοση τα μάτια του γέρο- Βέρλε, που πέρασε την ευπάθεια του στη Εντβιγκ, που είναι όπως πιστεύει δικό του παιδί με τη Γκίνα, το <αθώο πλάσμα>, που ήταν παλιά στην υπηρεσία του και το εξαπάτησε, τη σημερινή γυναίκα του Γιάλμαρ. Η δωρεά-προϊόν ενοχής – του Βέρλε προς τη Εντβιγκ, που τη διασφαλίζει εφ όρου ζωης με ένα μόνιμο χρηματικό ποσό, για τον Γιάλμαρ είναι στυγνή εξαγορά. Του θυμίζει τη δίκη του ανημπόρια !

Ο Γιάλμαρ θέλει να νιώσει ήρεμος, στο περιβάλλον του. Εγκαταλείπει την εφεύρεση του! Επηρεασμένος από το νεο ζωτικό ψεύδος του Ρέλλινγκ συνειδητοποιεί την έφεση του για κάποια σημαντική ανακάλυψη στον τομέα της φωτογραφίας. Η Εντβιγκ του γίνεται εμπόδιο. Τρομακτική αμφιβολία τον κατακλύζει για την ειλικρίνεια της αγάπης της γι αυτόν. Θα παραμείνει άραγε κοντα στο φτωχό φωτογράφο; Η δωρεά του Βέρλε του φαίνεται σαν η αρχή μίας εισβολής, που μπορεί να του αφαιρέσει τα πάντα ακόμα και τη Εντβιγκ. Ζητά αποδείξεις για την αγάπη της κόρης του ! Αναζητά ένα ακόμη ζωτικό ψεύδος! Ο Γκράιγκερς αξιώνει για λογαριασμό του αυτές τις αποδείξεις μέσω μιας επιτακτικής εντολής, ιδεώδους αξίωσης, που απευθύνει στη Εντβιγκ! Τη θυσία του πλέον για αυτήν αγαπημένου! της αγριόπαπιας!

Τι δικαιολογία θα μπορούσε να δώσει σε τρίτους ο Αβραάμ εάν είχε διαπράξει τελεσίδικα την θυσία του Ισαάκ, διερωτάται ο Κίρκεγκαρντ, πολύ γνωστό ερώτημα θέλω να πιστεύω στον Ίψεν. Ότι υπάκουσε σε μία εσωτερική φωνή, που ζητούσε τη σφαγή του παιδιού του; Σε αντίθεση με τη θυσία της κόρης, που πραγματοποίησε ο Αγαμέμνων, στη περίπτωση του Αβραάμ δεν υπάρχει καμία εξωτερική κοινωνική, πολιτειακή η άλλη νομιμοποίηση. Το πρόβλημα είναι ακομα πιο μεγάλο όταν δε μπορείς να δικαιολογήσεις τη θυσία ούτε στον εαυτό σου τον ίδιο. Πολύ περισσότερο όταν η θυσία – η εκχώρηση της επιθυμίας σου σε τρίτο – είναι αποτέλεσμα εξωτερικής φωνής, επιβολής, που σου δημιουργεί εσωτερικές συγκρούσεις ! Με αυτό τον τρόπο η Εντβιγκ οδηγείται αναπόδραστα στην αυτοχειρία. Σκοτώνει κάτω απο το βάρος του εσωτερικού της διλήμματος τον ίδιο τον εαυτό της ! Δε μπορεί να θυσιάσει την αγριόπαπια, την πληγωμένη της πλευρά, που αγαπά, το πλάσμα για το οποίο προσεύχεται να μην πεθάνει, τον προστάτη της από όλα τα κακά! Δεν μπορεί να τη θυσιάσει ούτε προς χάριν του Γιάλμαρ, όπως της ζητήθηκε από το <επιτακτικό ιδεώδες του Γκράιγκερς! Ταυτόχρονα όμως αναζητά την πατρική αγάπη-παρουσία! Θέλει να δώσει απόδειξη της δίκης της αγάπης στον πατέρα της ! Αδιέξοδο ! Παίζει με τη φωτιά ! Γίνεται έτσι κατά τη γνώμη μου η ίδια ο παρείσακτος, ο 13ος άνθρωπος στο οικογενειακό <τραπέζι> ! Ο άνθρωπος που ερωτοτροπεί με το θάνατο !

Ο Ίψεν είναι καταιγιστικός ! Καταδείχνει εμφατικά ένα αδιέξοδο! Οι πρωταγωνιστές της ιλαροτραγωδίας του δεν κατανοούν τα θανατηφόρα παιχνίδια τους ούτε ακόμη μετά το θάνατο της Εντβιγκ! Αιώνια επιστροφή του ατελέσφορου, του παραπλανητικού, του καταστροφικού! Της <στάσης του δούλου> θα έλεγε ο Νίτσε ! Συνεχής επαναδιατύπωση, από όλα τα όργανα της κακόφωνης προβληματικής οικογενειακής και κοινωνικής ορχήστρας, της απόλυτης δοξασίας του <ζωτικού ψεύδους> που είναι το άλλο όνομα η καλύτερα αλλάζει τα σημάδια του με την < ιδανική επιταγή/αξίωση> Το θεϊκό θέλημα, η ανέλπιστη ώρα της κλήτευσης, η ανθρώπινη αδυναμία, ο σκοτεινός βυθός, το απλό αδιάφορο λείψανο, επιστρατεύονται στους λόγους τους για να ξορκίσουν το κακό και να απαλύνουν το πόνο/ενοχή τους!

Η αγριόπαπια! Το πληγωμένο ανυπεράσπιστο, φυλακισμένο <εξημερωμένο> πλάσμα της άγριας φύσης/ καθηλωμένης φύσης του ίδιου του ανθρώπου, με το οποίο ταυτίστηκε η Εντβιγκ! Η φαντασματική – μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας – παρουσία της αγριόπαπιας είναι ένας αποκαλυπτικός καθρέφτης για το στερεοτυπικό παραλήρημα του καθένα! Η ψυχή που συνάντησε το λυτρωτικό βυθό για τον Γκράιγκερς! Το λειτουργικό ψεύδος για το Ρέλλιγκ! Το καταραμένο δώρο για τον Γιάλμαρ! Η εκδίκηση του δάσους για τον στερεοτυπικό γερό Εκνταλ! Η αποδεκτή κατάληξη για τη συμβατική Γκίνα της επιβίωσης! Ένα φάντασμα που στοιχειώνει τον κάθε ένα!

Πολύ ενδιαφέρουσα η παράσταση στο Θέατρο ΕΚΑΤΗ! Η παραγωγική σκηνοθεσία της Βαλεντίνης Λουρμπά, που ξέρει να συλλέγει απλά, μεθοδικά και χαμηλόφωνα την εξαιρετικότητα του καθημερινού, μαζί με τους συνεργάτες της, που επιμελήθηκαν όλους τους επι μέρους σημαντικούς τομείς της παράστασης και κυρίως η στο ίδιο πνεύμα ερμηνευτική δεινότητα των ηθοποιών, μας δίνουν το Ιψενικό κείμενο νοηματικά στο πιάτο! Πολύ σπουδαίο επίτευγμά !

Δημήτριος Κωστελέτος

κρατήστε επαφή

Έχετε κάποια ερώτηση;
Επικοινωνήστε μαζί μας!