Κριτικές

TA ΟΝΕΙΡΑ ΠΑΝΤΑ ΒΡΙΣΚΟΥΝ  ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΝΑ ΓΚΡΕΜΙΖΟΝΤΑΙ  ΣΤΗΝ ΜΕΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ – ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΣ  ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

Συγγραφέας: John Ardon

H Μαρία Άννα Καικιλία Σοφία Καλογεροπούλου όρθια και μόνη μὲς στη φοβερή ερημία τού πλήθους στην πιο δύσκολη καμπή της ζωής της γεμάτη θρήνο , και υπαρξιακά αδιέξοδα , παρουσιάζεται με την εκθαμβωτική της προσωπικότητα ως παιδαγωγός.

     Έδειξε     αξιοθαύμαστη  αφοσίωση στους μαθητές της , προσηλωνόταν  και  προετοιμαζόταν   συστηματικά  για τα μαθήματα. Ανέλυε με την  μοναδική της μουσική οξύνοια τις  άριες, και  δούλευε  με  ενδελέχεια   κάθε  νότα   ,  ώστε να αντιληφθούν και να  αφομοιώσουν το νόημα  των τεχνικών  παρατηρήσεων. Υπήρξε ο μαγικός της καθρέφτης που αντανακλούσε τους ρόλους σε μαγικές εικόνες. Τραγουδούσε μαζί τους , και τους μυούσε στο  υψιπέτες   όραμα, και στην  θηρία του τέλειου .    Τους  δίδασκε το   δραματικό  ύφος  του ρόλου και το επεκεινά του.  Έδινε  έμφαση   και ιδιαίτερο βάρος  στην εμβάθυνση και κατανόηση του λιμπρέτου για να ερμηνευθεί  .Τους  εξηγούσε ότι η εμφάνιση πρέπει να συνάδει με το τραγούδι, και τους παρότρυνε να αποκτήσουν  style και  σκηνικό κύρος απαραίτητο για τον καλλιτέχνη, και τους επεσήμαινε   την  μέθεξη που πρέπει να δημιουργούν με τον θεατή  και    ότι πρέπει να τον παγιδεύουν στις  νότες και να τον κάνουν κοινωνό της αφήγησής  τους,

.Ήταν γενναιόδωρη,  ευάλωτη,  και τρυφερή,   και μοιραζόταν μαζί τους γνώσεις και  αναμνήσεις, . από  την λαμπρότητα της καριέρας της, και  την ερωτική  της   ευτυχία  που χάθηκε,     αλλά συγχρόνως   αυστηρή  και  επιβλητική,  δεν επέτρεπε  να παραβιαστούν εσκαμμένα και νομοτέλειες, με σκοπό να αποκτήσει η ζωή  τους σχήμα, και να   αναδειχθούν. Πολλές φορές  ενθουσιασμένη και άλλοτε απογοητευμένη 

     συνεργαζόταν μαζί τους    με απαιτήσεις και ειλικρίνεια, ποτέ  δεν τους κολάκευε  τους   συμβούλευε  , και τους παρακολουθούσε  τους μετέφερε τις εμπειρίες της,  τους καθοδηγούσε και τους προετοίμαζε για τους δαιδάλους της καριέρας, και  τις δυσκολίες που θα συναντούσαν, τους εμψύχωνε και  ανέμελπε την υψηλή τέχνη , μα όταν  κυριαρχούσε η  αμφιθυμία της , γινόταν αυταρχική,  προσβλητική,   εγωκεντρική, και σκληρή ,ανελέητη , καυστική, και δεικτική, ήταν η βασίλισσα της σκάλας  με το  μεγαλείο να ίπταται  και να διαχέεται  το φως .Υπερίσχυε η φίλη από την δασκάλα, προκαλούσε αισθήματα στους μαθητές της και τα αισθήματα είχαν την ανάμνησή της.  Η ντίβα Μαρία  Κάλλας μοιάζει με ήρωα του Ντοστογιέφσκι κατέκτησε, την αγιοσύνη μέσα από τον πόνο. Υποταγμένη σ ’αυτό που είχε προορισθεί ,  έκανε  τις νότες της, να διεξάγουν   διάλογο  με   τον θεό . Η σκηνή διατηρούσε  δέος και μετρά  την αποχώρησή της ,  η ατμόσφαιρα γέμιζε   από μυστήριο του ένθεου απείρου. Η Μαρία

Εξετέθη   στην σύγκρουση, στην απώλεια, στην απελπισία, με κατάληξη να αποτραβηχτεί , να ανακαλύψει τις κολάσεις της, και την απόλυτη πραγματικότητα της  θλιβερής  της ύπαρξης . Άρχισε να δέχεσαι τις ήττες της με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα , Και έμαθε να φτιάχνει όλους τους δρόμους  στο Σήμερα, γιατί  ήταν πολύ ανασφαλές για σχέδια  το  έδαφος του Αύριο
 ¨Όλους τους κύκλους της ζωής της, παρουσιάζει   Ο Βασίλης Θεοδώρου   με   πειστική παρουσία και βάθος ψυχής, στο Project A Stage  διασκεύασε το κείμενο,   το σκηνοθέτησε  με ικανότητα και  βαθιά  δυνατή  ματιά,  και με την  εργασία του  στις θεατρικές   βιογραφίες, ο Θεοδώρου    εισάγει κάτι νέο στο  ΄θέατρο  . Η Σωτηρία Μαρία Τζαμάλη   (Σοφίας Παυλίδου) , με  το ενδιαφέρον ηχόχρωμα στη φωνή της, και ο Θόδωρος Φκίώλας (Μάσιμο  Pασκουάλε) διεκπεραιώσαν   σωστά τους ρόλους τους. Οι  φωτισμοί του Γιάννη Κλειδέρη   προσέδωσαν  μελαγχολική υφή    στο έργο,  η παράσταση αξιοποιήθηκε  στον   ατμοσφαιρικό χώρο, του Project A Stage που  οι συντελεστές   έφτιαξαν μια  αξιοπρόσεκτη θεατρική πράξη,. Και  ολοκλήρωσαν   μια παράσταση που εκπαιδεύει.

 

 

“ΒΡΥΚΟΛΑΚΕΣ” ΤΟΥ ΕΡΡΙΚΟΥ ΙΨΕΝ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ RADAR – ΓΡΑΦΕΙ Η ΒΑΛΕΝΤΙΝΗ ΛΟΥΡΜΠΑ

Στους Βρικόλακες η δράση απορρέει από γεγονότα του παρελθόντος, και κανένα πρόσωπο του έργου δεν γνωρίζει το δράμα του άλλου, και έτσι το ψυχολογικό ενδιαφέρον  μεγιστοποιείται και η ψυχολογική έκπληξη κορυφώνεται. Ο πάστωρ Μάντερς αιφνιδιάζεται από την εκμυστήρευση της κας Άλβιγκ για την ταπεινωτική ζωή που έζησε με τον άνδρα της, η κα Άλβιγκ μένει εμβρόντητη  και καταπεπτωκυία για την αρρώστια του παιδιού της, ο Όσβαλντ μένει ενεός όταν πληροφορείται πως η Ρεγγίνα είναι αδελφή του και κόρη του Λοχαγού Άλβιγκ. Σε αυτά τα συντριπτικά γεγονότα στηρίζονται οι Βρικόλακες. Τα επακόλουθα αυτής της τραγικής ιστορίας, τα γεγονότα, οι συνέπειες, οι συμπτώσεις, η μόιρα, το πεπονθός αποκαλύπτονται σε τρεις πράξεις.

Η συναισθηματική όξυνση και οι ψυχολογικές  συγκρούσεις δημιουργούν ρήγματα και αντιθέσεις στην κα  Άλβιγκ και στον πάστορα Μάντερς. Στην κα Άλβιγκ και στον Όσβαλντ. Στον πάστορα Μάντερς και τον Έγκστραντ. Στον  Όσβαλντ και την Ρεγγίνα.  

Στην πρώτη πράξη εμφανίζεται η Ρεγγίνα με τον θετό πατέρα της,τον ξυλουργό Έγκστραντ.  Η Ρεγγίνα  είναι ένα κορίτσι φιλάρεσκο  που θέλει να ξεπεράσει  τις συνθήκες και την καταγωγή της και να ανέλθει κοινωνικά. Ο Έγκστραντ  οικειοποιείται  καλωσύνη και  γενναιοδωρία για να εξαπατήσει και να ποσπορισθεί οφέλη και σκοπούς. Ακολουθούν: ο πάστωρ Μάντερς, εύπιστος, αμήχανος  και πιστός στις κοινωνικές αντιλήψεις, πάντα με κατάπληξη· η  κα Άλβιγκ, με σωστή συμπεριφορά, αξιοπρέπεια και  σεμνότητα· ο Όσβαλντ, με ιδιαίτερη ευφυΐα στην ζωγραφική να περιφέρει φόβους  και υπαρξιακό άλγος. Στους Βρικόλακες ο Ίψεν θέτει πρωτίστως το θέμα της  ευθύνης. Η κυρία Άλβιγκ θυσιάζοντας τον εαυτό της παντρεύτηκε τον Άλβιγκ, ενώ δεν τον ερωτεύτηκε,  υπήρξε όμως υποδειγματική και προσηλωμένη σύζυγος, με απέραντο σεβασμό στο οικογενειακό ιδεώδες, θεματοφύλακας των καταπιεστικών ηθών και αξιών·  αντιθέτως, ο άνδρας της ήταν ευεπίφορος στις απολαύσεις και επιρρεπής σε λάθη. Ενδίδει στις σαρκικές ηδονές μιας υπηρέτριας που ήταν η  μητέρα της Ρεγγίνας. Όταν η κυρία Άλβιγκ  αντιλαμβάνεται ότι  ο Όσβαλντ και η Ρεγγίνα έχουν ερωτική έλξη και συμπεριφορά  ξαναγεννιέται η εικόνα του πεθαμένου συζύγου της και της υπηρέτριάς της, και ενσαρκώνεται στο γιό της. Όταν διαπιστώνει ότι ο Όσβαλντ αγαπά την Ρεγγίνα και επιθυμει να την παντρευτεί αντιλαμβάνεται τις συνέπειες και αποφασίζει να ομολογήσει την αλήθεια. Αποδίδει ευθύνες στην ίδια,  οικτίρει το άτομο της, υποβάλλει στυγνά και συντριπτικά ερωτήματα στον εαυτό της: γιατι δεν παντρεύτηκε τον φτωχό  πάστορα και γιατί δεν διέλυσε τον γάμο της. Ο Έγκστραντ, που ήταν η αιτία να καταστραφεί το άσυλο από πυρκαγιά, ενοχοποιεί και πείθει τον πάστορα ότι κατά την διάρκεια της δέησης άφησε ένα κερί, και ότι η απόφαση της ανάκρισης θα είναι δυσμενής αν δεν σωπάσει.  Ο ψοφοδεής Μάντερς, προκειμένου να αποφύγει επιθέσεις, με την αμβλυμένη ηθική του , δέχεται να βοηθήσει τον Έγκστραντ να ιδρύσει ένα φαινομενικά άσυλο ναυτικών που στην πραγματικότητα  θα λειτουργήσει ως πορνείο με δέλεαρ την θετή κόρη του, Ρεγκίνα, σε αντικατάσταση του κατεστραμμένου ιδρύματος που θα φέρει το όνομα του Λοχαγού Άλβιγκ. Η Ρεγγίνα φεύγει από το σπίτι και προτιμά να ακολουθήσει τον μαστρωπό θετό πατέρα της παρά να φροντίζει τον σακατεμένο Όσβαλντ κι ας είναι αδελφός της. Η κυρια Αλβινγκ μένει μόνη με τον Όσβαλντ και αυτός, ταραγμένος όντας από την ολέθρια νύχτα, οξύνεται και επιδεινώνεται το πρόβλημα της υγείας του και ζητά από την μητέρα του να του αφαιρέσει την ζωή, και να τον απαλλάξει από την φρίκη.  Αυτή η τελευταία σκηνή είναι  φρικιαστικά τραγική.

Το έργο  ερευνά  την σχέση μάνας και γιου,   την κατ΄επίφαση ηθική,  το αίσθημα ευθύνης, την ισότητα φίλων,  το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης ,την κληρονομικότητα. ο Ίψεν δεν δημιουργεί δυστυχίες· αντιγράφει τις υπάρχουσες.Η σκηνοθεσία της Αναστασίας Παπαστάθη στο θέατρο Ραντάρ έδωσε έμφαση, και στράφηκε στην βαθύτερη απόδοση του έργου και δημιούργησε μια παράσταση αξιοπρόσεκτη, αξιοσημείωτη και σημαντική. Είχε υψηλούς ρεαλιστικούς, ουσιαστικούς τόνους, ρυθμό, μαθηματική ακρίβεια, χωρίς ρηξικέλευθες και νεωτεριστικές προσεγγίσεις, σε μια μετάφραση που εισέδυσε ο λόγος μέσα σου και τον επεξεργαζόσουν. Ο Νίκος Αναστασόπουλος αποδίδει τόσο αληθινά και πειστικά το  ανθρωποειδές (την δουλοπρέπεια και την ελεεινότητα του μαραγκού Έκστραντ). Η Αναστασία Παπαστάθη στον ρόλο της κυρίας Άλβιγκ εντυπωσιάζει με την υποκριτική της μεστότητα και γίνεται υπέρλαμπρη μέσα  από την τραγικότητα της. Ο  Θοδωρής Σκούρτας ως πάστωρ Μάντερς εξαιρετικός, με τις σιωπές και  τις παύσεις του να σε διαπερνούν. Η Μαριλένα  Λιακοπούλου πολύ σωστή και εύπλαστη, εισχώρησε στο ρόλο της κυνικής Ρεγγίνας. Ο Νεκτάριος Φαρμάκης στον ρόλο του Όσβαλντ προκαλεί δονήσεις που συγκλονίζουν,  και ασφαλώς στην θεατρική του πορεία θα λάμψει.

Τα κοστούμια και τα σκηνικά εικονογραφούν την εποχή, η μουσική του Πάνου Φορτούνα μυστηριακή και απόκοσμη, οι φωτισμοί της Αναστασίας Παπαστάθη δημιουργούν ατμόσφαιρα και αποδίδουν το εσωτερικό έρεβος των ηρώων. Ο λεπτοδείκτης μιας επιτυχημένης παράστασης είναι όταν σε κατέχει ένα συγκεκριμένο αίσθημα, που να κυριαρχεί σε όλη την εξέλιξη του έργου, και όταν κάθε κίνηση των ηθοποιών ενισχύει αυτό το συναίσθημα· αυτό συντελείται στους Βρικόλακες της Αναστασίας Παπαστάθη στο θέατρο Ραντάρ.

 

 

Κριτική για την παράσταση “ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΟΥ ΝΤΟΡΙΑΝ ΓΚΡΈΙ” στο studio κυψελης – Γράφει η Βαλεντίνη Λουρμπά

Πολυαγαπημένε μου Όσκαρ,

η τελευταία σου περιπέτεια με γέμισε συντριβή και αισθηματική μοναξιά. Aρκεί ένα λεπτό για να ερωτευθείς, μια ώρα για να συμπαθήσεις και μια μέρα για ν΄αγαπήσεις. Όμως, μια ολόκληρη ζωή δεν αρκεί για να ξεχάσεις.

Ξαναδιάβασα πάλι το αριστούργημά σου “Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι” και θυμήθηκα αυτά πως μου είχες πει.

Οι χαρακτήρες του έργου απαρτίζουν στοιχεία της ψυχολογίας σου και αντίγραφα της προσωπικοτητάς σου. Διατείνεσαι ότι «Ο Μπαζίλ Χόλγουορντ είναι αυτό που πιστεύεις πως είσαι», «Ο Λόρδος Χένρυ αυτό που νομίζει ο κόσμος για σένα» και ο «Ντόριαν αυτό που θα ήθελες να ήσουν». O νάρκισσος αριστοκράτης Ντόριαν Γκρέι συνεπαρμένος απο το κάλλος του επιθυμούσε να μη γεράσει ποτέ, αγωνιούσε να μη χάσει την θεσπέσια ομορφιά του, η καταρράκωση και η αθλιότητα των γηρατειών να μεταφέρεται στο πορτραίτο του, που θα ζωγράφιζε ο φίλος του Μπαζίλ, τον οποίο γοήτευσε και αυτός τον ερωτεύτηκε συγκλονιστικά… Εισακούεται η επιθυμία του και ενώ τα χρόνια περνούν, Ο Ντόριαν Γκρέι δε μεταβάλλεται, διατηρεί το σφρίγος, το κάλλος και την οίηση της νεότητας. Το πορτραίτο του όμως που έγινε σε μια έκλαψη αλαζονείας συρρικνώνεται , αποκτά ρυτίδες, γηράσκει, αλλαζει και παραμορφώνεται από το διεφθαρμένο χαρακτήρα του, τον κυνισμό του, την ταραχώδη, ασελγή ζωή του, και ανταλλάσσει την ηρεμία του με την ασωτία και κραιπάλη, και διασπαθίζει την ψυχή του, στις απολαύσεις και στην στίλβη της αιώνιας νεότητας σαν τον Φάουστ και την ηθική κατάπτωσή του. Επίκεινται όμως οι συνέπειες του αδυσώπητου κενού και της στυγερής ανυπαρξίας. Το πορτραίτο γίνεται κάτοπτρο της ζωής του που αντικατοπρίζεται o εναργής βίος του, ο ίδιος νέος αγνός και στέρεος με ακτινοβολία , τεράστιες δυνατότητες και λαμπρές προοπτικές που τις υπονόμευσε σε μια έξαρση φιλαρέσκειας ,σαγηνεύτηκε με την εικόνα του και γίνεται θύμα και δήμιος του εαυτού του. Ο Ντόριαν γρήγορα φθείρεται απο τις αποτρόπαιες πράξεις του, διάβρωσε τις ηθικές αξίες του, πληγωμένος απο την ζωή που ξόδεψε, έκπτωτος πλέον απο τους ψευδείς παραδείσους εκμυστηρεύεται στον Λόρδο Χένρυ ότι θέλει να εγκαταλείψει την έκλυτη ζωή και δεν πρόκειται να πληγώσει την ερωτευμένη Χέτυ Μέρτον, παρακολουθεί το πορτραίτο να χειροτερεύει και επικαλείται με δέος την μετάνοια για να λυτρωθεί. Σε στιγμή απελπισίας και ψυχικού άλγους καταστρέφει το πορτραίτο με το ίδιο μαχαίρι που δολοφόνησε τον Μπάζιλ Χόλγουορντ. Οι υπηρέτες του μπαίνουν στο δωμάτιο, βρίσκουν το πτώμα του ματωμένο, γερασμένο,συρρικνώμενο και άθλιο να κρατά ένα μαχαίρι και ένα κομμάτι απο τον καμβά του πορτραίτου. Οι αστυνομικοί μαζεύουν τα κομμάτια του και συγκεντρώνουν τα απομεινάρια μιας αξιοθρήνης και τραγικής ζωής. Όσκαρ θυμάμαι που μού έλεγες πως δεν υπάρχει τίποτε το υγιές γύρω από τη λατρεία της ομορφιάς”. Στους ολοσκότεινους λαβύρινθους της ψυχικής φθοράς και της ανθρώπινης τραγικοτητας σε βάζει αυτή η νουβέλα σου που συγκλονίζει .

Ο Τζον ‘Οσμπορν (1929-1994 ) Άγγλος συγγραφέας τη διασκεύασε για το θέατρο και ο Θωμάς Βούλγαρης έκανε ζωντανη τη μετάφραση. Ο σκαπανέας του θεάτρου Γιώργος Λιβανός το έκανε θεατρική πράξη και δημιούργησε μια αξιοσημείωτη παράσταση με το θάμβος των ατμοσφαιρικών φωτισμών του, με την εικαστική φαντασία στα κοστούμια και στα σκηνικά της Δέσποινας Βολίδη, που ιχνογραφούσαν ανάγλυφο το κλίμα του έργου ,και την υποβλητική γεμάτη νοσταλγία μουσική του Μίμη Πλέσσα και τους αξιόλογους ηθοποιούς του να αποκαλύπτουν τους ρόλους τους στο ατμοσφαιρικό θέατρο ”Studio Κυψέλης” θα πρέπει να δείτε

O Στάθης Παναγιωτίδης αποδίδει εξαιρετικά το κλέος και την παρακμή του νάρκισσου και φιλήδονου νέου Ντόριαν Γκρέι μέχρι τον ολεθρό του.

Ο Γιώργος Λιβανός απολύτως αληθινός στο ρόλο του ηθικού καλλιτέχνη Μπαζίλ Χόλγουορντ που μαγεύεται, και γίνεται υποχείριο της γοητείας του Ντόριαν. Ο Γιάννης Τσιώμου απέδωσε με ακρίβεια το πνεύμα, την υπεροψία και τον αισθητισμό του Λόρδου Χένρι Γουότερ. Η Νίνα Ακτύπη εύθραστη ως Σίμπιλ Βέην με την τρυφερή φωνή της ερμήνευσε με αισθαντικότητα την γοητευτική και προικισμένη, ηθοποιό και τραγουδίστρια, την οποία ερωτεύεται μέχρι θανάτου ο Ντόριαν. Ο Σωτήρης Αντωνίου στο ρόλο του Τζέημς Βέην υποδύεται άξια τον αδελφό, που δεν ορροδεί προ ουδενός προκειμένου να προστατεύσει την αδελφή του. Ο Μάνος Χατζηγεωργίου άμεσος, πειστικός, μεταδοτικός στο ρόλο του ιδεολόγου χημικού Άλαν Κάμπελ, αυθεντικός στο ρόλο του Λόρδου Φέργκμουρ και διεκδικητικός στο ρόλο του κορνιζοποιού Χάπαρτ. Η Αγάπη Μανουρά σε τρεις ρόλους Κυρία Σίμπιλ/, Δούκισα του Χάρλι/ κυρία Λίφ /(οικονόμος του Ντόριαν), ξαφνιάζει με την ικανοτητά της να παρουσιάζει τελείως άλλο πρόσωπο και να δημιουργεί διαφορετικούς χαρακτήρες με τόση φυσικότητα. Ο Γιώργος Καραντζάς απολύτως πειθαρχημένος στο πορτραίτο και με άνεση στους δυο ρόλους. Η Καίτη Ιμπροχώρη ως Λαίδη Άγκαθα τρυφερή και εγκάρδια χαιρετάει απο video. ”Αγαπημένε μου Όσκαρ είχες στόχο την όμορφιά και ζωγράφισες την διάβρωσή της”.

κρατήστε επαφή

Έχετε κάποια ερώτηση;
Επικοινωνήστε μαζί μας!