Κριτικές για Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν

Ανθούλα Δανιήλ: Ερρίκου Ίψεν, Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν σε σκηνοθεσία Βαλεντίνης Λουρμπά στο Θέατρο Εκάτη στην Κυψέλη

Ο Ερρίκος Ίψεν είναι ο προφήτης της νέας εποχής του και άγγελος του μοντερνισμού στο θέατρο. Γεννήθηκε στο Σίεν της Νορβηγίας το 1828 και πέθανε στη Χριστιανία το 1906.

Στα έργα του που παίζονται και ξαναπαίζονται στην Ελλάδα θα βρούμε πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και στον ίδιο μέσα στους κυρίαρχους χαρακτήρες που δημιούργησε.  Τα περιβάλλοντα στα οποία στήνει τις υποθέσεις των έργων είναι αστικά, άνετα, περιποιημένα αλλά κάτω από την επιφάνεια βράζουν πάθη  που σιγά σιγά αναδύονται από τον βυθό αποκαλύπτοντας καλά τις κρυμμένες πληγές. Πληγές ψυχικής αλλά και κοινωνικής συμπεριφοράς και ηθικής.

Ο Ιψεν ήταν παιδάκι όταν ο πατέρας του έχασε την περιουσία του και η οικογένεια αναγκάστηκε να μετοικήσει στην εξοχή. Έτσι ο Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν μεταφέρει κάτι δικό του στον χαρακτήρα του.

Στο έργο, έξι είναι τα κύρια πρόσωπα, όλα δεμένα  με σχέσεις συγγενικές, κατά κύριο λόγο, πλέκοντας έναν σφιχτό ιστό  που παγιδεύει και τα έξι.

Ο κεντρικός ήρωας που το όνομά του  βρίσκεται στον τίτλο, ο Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν, τραπεζίτης που οι ενέργειές του βύθισαν την πόλη το στο οικονομικά χάος, εξέτισε ποινή πενταετούς φυλάκισης και στη συνέχεια κλείστηκε για οχτώ χρόνια στον πάνω όροφο του σπιτιού του, χωρίς καμία επικοινωνία με τη σύζυγό του, η οποία ζει στον κάτω όροφο και ακούει διαρκώς τα βήματα του· πάνω, κάτω, συνέχεια.

Η σύζυγος, η Γκούνχιλντ, μετά τη μεγάλη ντροπή που έπληξε το γόητρο, την οικονομία και την τιμή της οικογένειας, σε ένα μόνο ελπίζει· στην αποκατάσταση του ονόματος, πράγμα που θα το πετύχει μέσω του γιου της, του Έρχαρτ, τον οποίο βλέπει σαν Μεσσία.

Η δίδυμη αδελφή της,  η Έλλα, είναι η πρώτη αγάπη του Μπόρκμαν,  την οποία όμως άφησε για να παντρευτεί την Γκούνχιλντ και να γίνει ο τραπεζίτης, επειδή το διακύβευμα ήταν ή την Έλλα ή την Τράπεζα.

Ο γιος του ζεύγους, ο  Έρχαρτ, μετά την οικονομική καταστροφή, ζει με τη θεία του –είναι η μόνη που με την παρέμβαση του Μπόρκμαν έσωσε την περιουσία της- κι έτσι ο Έρχαρτ έχει δυο μητέρες που τον διεκδικούν, παραβλέποντας η μία τα δικαιώματα της άλλης. Ο Έρχαρτ όμως είναι πλέον είκοσι ετών και  ήδη  έχει κάνει τις επιλογές του. Θα ζήσει με την σκαναδαλωδώς ωραία και επιλήψιμης διαγωγής κυρία Βίλτον, αλλά εκείνον δεν τον νοιάζει καθόλου. Είναι ερωτευμένος.

Ο Μπόρκμαν είναι σκληρός άνθρωπος. Λέει ωμά και ρεαλιστικά την αλήθεια, όπως είπε στην Έλλα ότι την παράτησε με αντάλλαγμα την Τράπεζα, έτσι είπε και στον μοναδικό φίλο του τον Φόλνταλ που του εμπιστεύεται τα ποιήματα του,   «δεν είσαι ποιητής» και μην ξαναέρθεις εδώ.

Ο Μπόρκμαν είναι ο άνθρωπος που κοιτάζει μόνο το κοινωνικό προσωπικό του όφελος, χωρίς να θρηνεί για τα ερείπια που αφήνει πίσω του.  Είναι απόλυτα ρεαλιστικός. Ακόμη και την παρανομία τη θεωρεί νόμιμη, αν είναι να επιτύχει:

Γιατί έκανα ότι έκανα; Έπρεπε να παρανομήσω γιατί ήμουν εγώ ο Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν…

Ήμουν κατήγορος και συνήγορος του εαυτού  μου  …

Κανέναν άλλο δεν αδίκησα παρά μόνο τον εαυτό μου…

Ξανάκανα τη δίκη μου… Και η απόφαση που έβγαζα ήταν αυτή, Κανέναν άλλο δεν είχα αδικήσει παρά μονάχα τον εαυτό μου …

Είχα την εξουσία κι άκουγα μια κραυγή μέσα μου σωρός από εκατομμύρια σκλαβωμένα γύρω μου με καλούσαν να τα ελευθερώσω… Με δυο λόγια αθώωσα τον εαυτό μου … Τίποτα νέο δεν γίνεται αλλά ότι κι αν γίνεται δεν επαναλαμβάνεται το μάτι μόνο βλέπει αλλιώς τα πράγματα…

Ο Μπόρκμαν δεν ζητάει τίποτα άλλο από το να ξαναβρεθεί την κορυφή. Η ζωή βρίσκεται στο παρόν και στο μέλλον. Το παρελθόν είναι νεκρό. Η μόνη δύναμη είναι η εξουσία… Η οικογένεια που έχασε είναι παράπλευρη απώλεια. Νιτσεϊκός και Καζαντζακικός θέλει να ξανασταθεί στα πόδια του. Στόχος του η εξουσία που δίνει το χρήμα…

Ζωή σημαίνει εργασία, τονίζει διεκδικώντας τον το γιο του, μα εκείνος δεν θέλει να εργαστεί αλλά να ζήσει με την κυρία Βίλτον. Αυτή είναι η δική του μεγάλη φιλοδοξία.  Να φύγει για να μην πάθει «ασφυξία». Θεωρεί «νοσηρή περιποίηση και ειδωλολατρία» αυτό που του προσφέρει η μητέρα του, το ίδιο και η θεία του, «ίδια κλεισούρα»… ενώ η κυρία Βίλτον είναι ο φρέσκος καθαρός αέρας. Η Γκούνχιλντ θέλει να αποκαταστήσει το όνομά της, η Έλλα να διαιωνίσει το δικό της και οι δύο με μέσο τον Έρχαρτ, αλλά λογαριάζουν χωρίς τον ξενοδόχο, που είναι το μη αναμενόμενο.

Στο ευρύ κοινό είναι γνωστή η φράση «ιψενικό τρίγωνο». Εδώ έχουμε τα εξής τρίγωνα: Μπόρκμαν, Γκρούνχιλντ, Έλλα.  Γκρούνχιλ, Έλλα, Έρχαρτ. Έρχαρτ, κυρία Βίλτον και η μικρή Φρίντα που ετοιμάζεται να μπει στον στίβο…

Επισήμανση. Οι δυο μεγάλες γυναίκες και αδελφές νοιάζονται μόνο για το σπίτι τους και όνομά τους. Η κυρία Βίλτον για το παρόν της, η μικρή Φρίντα για το μέλλον της, ο Έρχατ για τον έρωτα και ο Μπόρκμαν για την εξουσία. Εν ολίγοις, οι γυναίκες δεν έχουν όραμα που να ξεπερνάει τα όρια του σπιτιού ή μόνο της κρεβατοκάμαρας…

Δεν είναι αμελητέα η κατακυρωμένη άποψη πώς ο Ευριπίδης μπόλιασε όλο το ευρωπαϊκό θέατρο. Ο Μπόρκμαν μιλάει για την Τράπεζά του, όπως ο Ιάσων, όταν εξηγεί στη Μήδεια γιατί πρέπει να παντρευτεί τη Γλαύκη και να γίνει βασιλιάς. Επίσης δεν πρέπει να ξεχάσουμε τα μηνύματα του Φρόιντ, ο οποίος μιλάει μέσω της κυρίας Βίλτον: υπάρχουν στη ζωή ορισμένες δυνάμεις που εσείς φαίνεται δεν τις καλογνωρίζετε, … όπως αυτό που οδηγεί δυο ανθρώπους να γίνουν ένα…

Και στην απορία της Γκρούνχιλντ, η κυρία Βίλτον έχει έτοιμη την απάντηση. Ξέρει καλά (ως περπατημένη που είναι) πως στη ζωή τίποτα δεν διαρκεί για πάντα, γι’ αυτό έχει προβλέψει για το μέλλον. Η μικρή Φρίντα που αφελώς πιστεύει πως η κυρία Βίλτον την παίρνει μαζί της για να σπουδάσει, θα γίνει το τρίτο πρόσωπο στο νέο ιψενικό τρίγωνο που θα επιτρέψει τη σχέση της κυρίας Βίλτον με τον Έρχαρτ να διατηρηθεί…

Τα ασημένια κουδουνάκια του έλκυθρου που παίρνει το τελευταίο τρίγωνο μακριά ακούγονται ευκρινώς και ο καθένας τα ερμηνεύει, ανάλογα με την περίπτωσή του.  Στην ορμητική του πορεία όμως προς το μέλλον, το έλκυθρο θα παρασύρει τον πατέρα Βίλχελμ που βγήκε μες στη θύελλα να αποχαιρετήσει την κόρη. Το έλκυθρο είναι ο οδοστρωτήρας της ζωής που τρέχει μπροστά αφήνοντας πίσω ότι γίνεται βαρίδιο στην εξέλιξη.

Ο Χάρολντ Μπλουμ είπε πως πρέπει να σκοτώσεις τον πατέρα για να ελευθερωθείς και να πας μπροστά. Ο μύθος του Κρόνου που τρώει τα παιδιά του και ο μύθος του Δία που τον σκοτώνει για να ζήσει επαναλαμβάνεται.

Μετά τη φυγή του Έρχαρτ, ο Μπόρκμαν βγαίνει έξω στην κοσμοχαλασιά και βλέπει και ακούει.

Έρχονται και φεύγουν τα ατμόπλοια… δουλεύουνε τα εργοστάσια! Τα δικά μου εργοστάσια! τα  έμβολα ανεβοκατεβαίνουν, τα πιστόνια πετώντας σπίθες… κινούνται ασταμάτητα …

Κι εδώ πάνω στην κορύφωση του οραματισμού της αποθέωσής του, το μεταλλικό χέρι του θανάτου θα φέρει το τέλος της εποχής του, εκεί μέσα στο παγωμένο τοπίο και με το ουρλιαχτό του αέρα. Οι δυο δίδυμες αδελφές δίνουν τα χέρια πάνω από τον νεκρό που αγάπησαν και οι δύο και τον στερήθηκαν διαδοχικά και οι δύο. Ο Μπόρκμαν είναι μια άλλη εκδοχή της υπεροψίας που τελειώνει σαν του Αρχιμάστορα Σόλνες· γκρεμίζεται από ψηλά.

Η Παράσταση:

Η Βαλεντίνη Λουρμπά επιλέγει τα κλασικά έργα και ευτυχώς δεν τα «πειράζει». Μας τα δίνει έτσι όπως τα παρέλαβε. Αφήνει τον συγγραφέα τους να μιλήσει. Εκείνη σκηνοθετεί, κατευθύνει τους ηθοποιούς λιτά, σοφά, καίρια, για να αναδείξουν τα υποφώσκοντα μηνύματά  του. Κάθε χρόνο και πολύ περισσότερο από άλλους έχει την τιμητική του ο Ίψεν.  Και δεν είναι τυχαίο που η Αγριόπαπια παίχτηκε με επιτυχία και δεύτερη χρονιά.

Ο Μάνος Χατζηγεωργίου ως Μπόρκμαν απέδωσε τον χαρακτήρα ωμά και ρεαλιστικά. Δεν τσιγκουνεύτηκε τα λόγια, δεν κρύφτηκε πίσω από μάσκες, αντιθέτως σταδιακά, το κλεισμένο λιοντάρι οχτώ χρόνια, στον πάνω όροφο, ξύπνησε και βγήκε πάλι στο φως. Γέμισε με την επιβλητική παρουσία του τον χώρο. Και στην παρακμή του είναι ένας άρχοντας που σιγά σιγά θα ξετυλίξει τον χαρακτήρα και θα φέρει στο φως ξανά το απωθημένο υπερεγώ του. Με πειθαρχημένη αυταρχικότητα και ξεκάθαρη λογική ετοιμάζει την επανάκαμψή του.

Η Μαρία Δημητριάδου μπορεί να δείχνει καταπιεσμένη από την οικονομική καταστροφή και το κοινωνικό στραπατσάρισμα της οικογένειάς της, αλλά μέσα της έχει βρει το στήριγμά της στον γιό της. Παίζει με συγκρατημένη ψυχική ορμή τη μάνα που θα πολεμήσει για τα δικαιώματά της. Η καταπίεση που έχει υποστεί είναι εμφανής στον τρόπο που στέκεται και κινείται, που μιλάει που μοιάζει σαν να έχει χάσει τα βήματά της αλλά ελπίζει ότι θα τα ξαναβρεί.

Η Βαρβάρα Κυρίτση, η δίδυμη αδελφή, είναι ολόιδια με την αδελφή της και έχει τον ίδιο στόχο μ’ εκείνη. Αυτή όμως στέκεται αγέρωχη· ήρθε με ατού στο χέρι της  το ελάχιστο που της απομένει να ζήσει, να διεκδικήσει τον γιο εκείνης που της πήρε τον σύζυγο. Μου πήρες, σου πήρα… Είναι  λογική και πλούσια, άρα μπορεί να περπατάει με την πλάτη τεντωμένη, να φοράει όλα τα μπιχλιμπίδια της κοινωνικής τάξης και να απαιτεί αυτό που νομίζει πως δικαιούται. Το μήλον της Έριδος, ο ωραίος και επιβλητικός Βασίλης Ασημάκης, σεμνός και ευγενής και τρυφερός αλλά κάθετος. Οι  δυο μητέρες δεν θα διαμελίσουν τη σάρκα του… Είναι νέος και προσβλέπει στο αόρατο μέλλον.

Η κυρία Βίλτον  είναι ο διάβολος στην κόλαση… συνεχίζει το αρχικό του έργο…Σπάει όλα τα αναμενόμενα με τη φιγούρα της, το μοντέρνο ντύσιμο της κόντρα στα πένθιμα παραλίγο ράσα των δύο άλλων γυναικών.. Είναι κι αυτή  ωμή και ρεαλίστρια που ξέρει να απολαμβάνει, τρυφερά και με το γάντι,  το εδώ και τώρα της ζωής, όσο για το  μέλλον… βλέπουμε. Απομένει ο συντεθλιμμένος από το έλκυθρο πατέρας, Χρίστος Γεωργίου, σαν Λάιος που έπρεπε να φύγει από τη μέση για να προχωρήσει ο Οιδίπους, η κόρη του.

Τέλος η μικρούλα Φρίντα –η Ελευθερία αλλιώς- ήρθε σαν την άνοιξη, έκανε ένα πέρασμα, άστραψε με την ομορφιά της και τη νιότη της, κι έφυγε σαν τα νιάτα που δεν μας υπολογίζουν…

Δεν είναι τυχαίο που κάποιοι είπαν τον Ίψεν μισογύνη. Οι γυναίκες του έργου όλες μόνο τον εαυτό τους σκέπτονται …

Η Βαλεντίνη Λουρμπά δίδαξε καλά το έργο και πολύ καλά κάνει και δεν πειράζει τα έργα και επίσης καλά κάνει που μας υπενθυμίζει πως υπάρχουν τέτοια έργα που πρέπει να τα βλέπουμε και να τα μελετάμε…

Στο σκηνικό, όλα είναι έτσι ώστε με ελαφρά μεταμόρφωση να δείχνουν άλλα. Το πρακτικό μέρος ντύθηκε τον κρυμμένο μύθο του και λειτούργησε κι αυτό με τον τρόπο του. Οι ήχοι της κοσμοχαλιασιάς, οι παγωνιές και οι ομίχλες του τοπίου συνέβαλαν με τη μεταφορά τους  στο ψυχικό κλίμα των βασανισμένων ψυχών…

Ανθούλα Δανιήλ

 

 

Κωνσταντίνος Μπούρας: «Τζων Γαβριήλ Μπόργκμαν» τού Ερρίκου Ίψεν σε μια ενδοσκοπική παράσταση στο ατμοσφαιρικότατη Θέατρο Εκάτη.

Δύο συμπληρωματικά κι αντιτιθέμενα ιψενικά τρίγωνα περιέχει αυτό το αριστοτεχνικό δραματικό έργο κι ο ερασιτέχνης ποιητής, ο αποτυχημένος λογιστάκος, ο φτωχός ονειροπόλος λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην ανάλγητη εξουσιομανία (η τριάδα Μπόργκμαν και δίδυμες αδελφές αντίζηλες για τον έρωτά του) και στην ανεμελιά των χαροκόπων (η εύθυμη χήρα, ο μποέμ γιος και η νεαρή πιανίστρια).

Αυτή η γερή δραματική δομή εξασφαλίζει το αδιάπτωτο ενδιαφέρον ειδικών και κοινού, προσδίδει μια κάποια διαχρονικότητα αποδεικνύοντας έτσι πως η όποια αποδόμηση μόνον ως θνησιγενής βραχύβια καταστροφική προσωρινή απόπειρα μπορεί να εκληφθεί. Τα καλογραμμένα έργα που συναρπάζουν το ανθρώπινο θυμικό δεν μπορεί παρά να είναι παγκόσμια ορόσημα τού εξελισσόμενου πολιτισμού.

Ο Μπόργκμαν είναι ο εκμεταλλευτής βιαστής εκπορθητής τής Φύσης που θέλει να εξαντλήσει όλα τα αποθέματα σε πολύτιμους πόρους που κρύβει στα σπλάχνα της και να τα μετατρέψει σε εθιστικά χαρτονομίσματα. Είναι στον αντίποδα του κατά Ρουσσώ «Φυσικού Ανθρώπου». Οι δίδυμες αδελφές παλεύουν ψυχρά για τον έρωτά του σαν να παίζουν σκάκι. Δεν κερδίζει κανείς. Και μόνον όταν χάνουν αμφότερες, όταν ο «Βασιλιάς» είναι νεκρός τότε και μόνον τότε συμφιλιώνονται. Δεν έχουν αισθήματα. Είναι ψυχρές κι αμείλικτες. Δεν ορρωδούν προ ουδενός. Είναι χειριστικές. Ακόμα και την καλοσύνη ενδύονται προκειμένου να πετύχουν τους σκοπούς τους.

Στο άλλο άκρο η χαρά της ζωής (όπως την αντιλαμβάνεται ο Ίψεν στους «Βρικόλακες»), οι γήινες (ακόλαστες) ηδονές, το μεθύσι, η έκσταση, το αποκάρωμα των αισθήσεων. Ο ρεαλισμός, το όργιο, η πολυσυλλεκτικότητα στο βωμό τής Πανδήμου Αφροδίτης (η Ουρανία Αφροδίτη απουσιάζει από τα έργα του μεγάλου Σκανδιναβού δραματουργού). Όλα ασπρόμαυρα. Στάχτη και έρεβος.

Η μόνη αισιόδοξη φωτεινή νότα είναι ο ποιητάκος που χτίζει με το νου του παλάτια στο χιόνι. Είναι θλιβερός αλλά και άκρως ανθρώπινος. Η τέχνη του τον εξευγενίζει και τον εξευμενίζει. Είναι διαλλακτικός, υποχωρητικός, αμοραλιστής… Μακάρι να έγραφαν όλοι είναι το ηθικό συμπέρασμα.

Η κεντρική ιδέα αυτού του βαθυστόχαστου έργου είναι πως «τη θάλασσα (και τη Φύση) κανείς δεν μπορεί να την εξαντλήσει» (Αισχύλου, Αγαμέμνων). Τραγική αλήθεια, ισχύει ίσως ειδικότερα σήμερα που οι οικολογικές ισορροπίες έχουν διασαλευθεί και το ιδεολογικό εποικοδόμημα τής Πρώτης Βιομηχανικής Επανάστασης καταρρέει.

Το άτομο λειτουργεί ως καρκίνωμα, ως σπίλος στην πλάτη της γης, όταν το εμείς παραγκωνίζεται υπέρ τού Άλογου ΚέρδουςΗ τιμωρία είναι αναπόφευκτη, η κατά-Στροφή προβλέψιμη. Η Φύση ξαναβρίσκει τις ισορροπίες της ξεβράζοντας πτώματα, ενοχλητικά μυρμήγκια, αδηφάγα κανιβαλιστικά παράσιτα…

Εκπληκτική παράσταση με απόλυτα συντονισμένους ηθοποιούς σε ανεπανάληπτες ερμηνείες, βασισμένες στην ποιητική διδασκαλία τής ηρωικότατης Βαλεντίνης Λουρμπά που εμμένει στην καβαφική ποιότητα.

Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας https://konstantinosbouras.gr ποιητής, θεατρολόγος, μεταφρασεολόγος και κριτικός.

 

 

«John Gabriel Borkman» του Henrik Ibsen σε σκηνοθεσία της Βαλεντίνης Λουρμπά

Ήταν η νύχτα ανεμοδαρμένη και αχάραγη σαν ήρθε η θλίψη και  στοίχειωσε για πάντα τη ζωή μας…δεν άκουσες τα βήματα του πένθους στη σκοτεινή σοφίτα, πόση ζωή χαμένη και πόση αγάπη ξοδεμένη για μιαν ανωφέλευτη οργή…

O Henrik Ibsen συνέγραψε το John Gabriel Borkman το 1896 στη Χριστιανία και οι πρώτες δημόσιες παραστάσεις του ήταν σε μορφή αναγνώσεων. Η πρώτη ανάγνωση παρουσιάστηκε στο Avenue Theatre του Λονδίνου στις 14 Δεκεμβρίου 1896 και οργανώθηκε από τον William Heinemann προκειμένου να εξασφαλίσει τα πνευματικά του δικαιώματα στην Αγγλία, ενώ αναφέρεται ότι στις 15 Δεκεμβρίου 1896 έλαβε χώρα μια δεύτερη ανάγνωση στον Δημοτικό Σύλλογο Δασκάλων της Κοπεγχάγης, με επικεφαλής τον θεατρικό σκηνοθέτη P. A. Rosenberg.

Οι πρώτες σκηνικές παρουσιάσεις του John Gabriel Borkman πραγματοποιήθηκαν στο Ελσίνκι στις 10 Ιανουαρίου 1897 στο Svenska Teatern και το φινλανδικό Suomalainen Teaatteri, οι οποίες είχαν θετική υποδοχή από κοινό και κριτικούς. Το συγκεκριμένο δράμα θεωρείται το πιο επιτυχημένο έργο του Ibsen μετά το Κουκλόσπιτο.

Η Νορβηγία του Ibsen αναζητά την αυτονομία και την εθνική της ταυτότητα και ενώ συμμετέχει μεν στις ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1848, παραμένει στην ουσία εσωστρεφής∙ η κοινωνία αυτή συνιστά την πηγή έμπνευσης του Ibsen, ο οποίος λόγω οικογενειακών καταστάσεων βιώνει κοινωνική απόρριψη και ματαίωση, γεγονός που ενδυναμώνει το ήδη γόνιμο πνεύμα του.

Αν για τον Ibsen το γράψιμο τον βοηθά να αδειάσει το δηλητήριό του, αντιλαμβάνεται κανείς τις υπόρρητες σημασίες που ενώνουν τις πτυχές του πλούσιου δραματικού του έργου∙ εκπρόσωπος του προβληματισμένου θεάτρου, ο Ibsen, με τη γραφή του, ανατέμνει την κοινωνία, ιδιαίτερα τον κόσμο των αστών, την έωλη σεμνοτυφία και την ανούσια φιλοδοξία της νορβηγικής προτεσταντικής κοινωνίας, εστιάζοντας στην ανειλικρίνεια, την υποκρισία και την κενότητα που διέπουν τις συζυγικές –και όχι μόνο –  σχέσεις.

Το John Gabriel Borkman, το τετράπρακτο προτελευταίο ιψενικό δράμα διαθέτει μια πολυσύνθετη δομή, καθώς περιλαμβάνει το σύνολο των συγκροτητικών όρων, τους οποίους ο δημιουργός διαχειρίζεται για να καταδείξει την προβληματική των θεματικών του κέντρων· η θεματική του John Gabriel Borkman άπτεται ζητημάτων όπως η φιλοδοξία και η εξουσία, η ηθική κατάρρευση και η κοινωνική απομόνωση, τα ανεκπλήρωτα όνειρα, οι οικογενειακές -νοσηρές- σχέσεις, η χειραγώγηση, το τέλος μιας εποχής, δηλαδή μια μετάβαση σε κάτι νέο, ενίοτε τρομακτικό, άγνωστο ακόμη και μοιραίο.

Η πολυσύνθετη αυτή θεματική λαμβάνει την κριτική βάσανο του δημιουργού μέσω δύο σημαντικών ιψενικών χαρακτηριστικών, ήτοι του ιψενικού τριγώνου και του ζωτικού ψεύδους·  το ιψενικό τρίγωνο συνιστά καθοριστική σχεσιακή εξάρτηση μεταξύ τριών προσώπων, όπου η αλληλεπίδραση μεταξύ τους καταλήγει να ρυθμίζει καταλυτικά και -ενίοτε ολοκληρωτικά- την εξελικτική πορεία των καταστάσεων.

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Νίκος Κωνσταντόπουλος

Παράλληλα το ζωτικό ψεύδος, όρος που αποδίδεται στον Henrik Ibsen και μάλιστα πρωτοεμφανίζεται στην Αγριόπαπια συνιστά μια ουτοπική πεποίθηση, η οποία βοηθά το υποκείμενο να επιβιώνει συναισθηματικά, κυρίως, καθώς ως αυταπάτη τρέφει την αδυναμία του να παλέψει και να αποδεχθεί την πραγματικότητα. Το ζωτικό ψεύδος χωρίζει ανελέητα τη ζωή στα δύο, σε μια πλάνη και σε μια αλήθεια. Υπάρχουν φορές που τα δύο αυτά μέρη, με ασαφή τα όριά τους, περιπλέκονται ηδονικά μεταξύ τους και τότε η ζωή γίνεται μια αύρα χαρισάμενη, μια πλάνη αναγκαία.

Στο παρόν δράμα ο Ibsen αναπτύσσει τη δυναμική τριών ιψενικών τριγώνων, ήτοι 1) Gunhild-Ella-Erhart, 2) Borkman-Gunhild-Ella, 3) Erhart-Fanny-Frida· η αλληλεπίδραση των συγκεκριμένων τριγώνων θα αναλυθεί βάσει μελέτης της σκηνοθετικής προσέγγισης σε συνδυασμό με τη συνύπαρξη του ζωτικού ψεύδους που κυριαρχεί σε δύο πρόσωπα, τον John Gabriel και τη Gunhild Borkman.

Αναφορικά με τη σχέση Gunhild-Ella-Erhart που συνιστά και το εναρκτήριο τμήμα του δράματος, καθίσταται σαφές ότι η Gunhild και η Ella αγωνίζονται να κυριαρχήσουν πάνω στη ζωή του τρίτου προσώπου του τριγώνου, του γιου της Gunhild, τον οποίο αντιμετωπίζουν ως αντικείμενο· η πραγμοποίηση του Erhart ενώνει τις διχασμένες αδερφές, καθώς η μεν θεία Ella, θέτοντας ως αιτία το χρήμα το οποίο προσφέρει απλόχερα για την επιβίωση της οικογένειας μετά την καταδίκη του John Gabriel απαιτεί τον Erhart ως λάφυρο για τις υπηρεσίες της.

Παράλληλα η Gunhild προβάλλει στον γιο της την υλοποίηση του ζωτικού της ψεύδους, ήτοι την αποκατάσταση του ονόματος της οικογένειας Borkman, γεγονός που αγνοεί ο ίδιος ο Erhart· η μητέρα Gunhild επιβιώνει ψυχολογικά εμμένοντας στη σκέψη επανόρθωσης της ηθικής κατάρρευσης, στοιχείο ενδεικτικό της σοβαρότητας με την οποία η αστική κοινωνία της εποχής αντιμετωπίζει το στίγμα του ονείδους.

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Νίκος Κωνσταντόπουλος

Παράλληλα, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο δράμα συνιστά το προτελευταίο έργο του Νορβηγού δημιουργού, είναι εναργής η συνομιλία του με τα προηγούμενα· χαρακτηριστικό η πεποίθηση της συζύγου περί της βάναυσης εξαπάτησης που έχει υποστεί από τον σύζυγο, στοιχείο που κυριαρχεί στο Κουκλόσπιτο και επαναλαμβάνεται στο John Gabriel Borkman με τη Gunhild να αρνείται να θαυμάσει, να αγαπήσει και να συναντήσει ξανά τον σύζυγο -ωστόσο ο Ibsen επαναλαμβάνει ότι η κλίση της γυναίκας είναι η αγάπη για τον άνδρα της.

Η πεποίθηση αυτή είναι εξαίρετα διαυγής στη σκηνή του πρώτου τριγώνου και αναμοχλεύει τους ολέθρους της Gunhild αλλά και της  Ella, η οποία ένιωσε ότι εξαπατήθηκε ερωτικά από τον John Gabriel Borkman, ο οποίος επέλεξε τη δίδυμη αδερφή της ως σύζυγο, χωρίς αιδώ.

Η διελκυστίνδα μεταξύ Gunhild και Ella αναφορικά με τον Erhart δεν καταλήγει πουθενά, καθώς εκείνος αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο εγκλωβισμού του και επιλέγει συνειδητά την απόδραση, καθώς ασφυκτιά δεχόμενος εκατέρωθεν πιέσεις. Η απόδραση του Erhart είναι πλέον θέμα προσωπικής του επιβίωσης.

Αναφορικά με τη δεύτερη τριγωνική σχέση Borkman-Gunhild-Ella, πρέπει να επισημανθεί ότι το συγκεκριμένο τρίγωνο συνιστά το πιο ψυχολογικά φορτισμένο τρίγωνο· μπορεί να ξεκίνησε ως ερωτική αντιζηλία, ωστόσο στη συγκεκριμένη στιγμή το υπαρξιακό αυτό τρίγωνο ερείδεται στις συνιστώσες της εξουσίας, της προδοσίας, της διεκδίκησης παρελθόντος και μέλλοντος αλλά και της πάλης γύρω από τον Erhart.

H Gunhild νιώθει προδομένη από τον John Gabriel όπως και η Ella λόγω της εγκατάλειψης που υπέστη από εκείνον· ωστόσο η Ella συνιστά τον κυρίαρχο του παιχνιδιού λόγω της οικονομικής της δύναμης, του γεγονότος ότι το δικό της όνομα δεν έχει υποστεί ηθική κατάπτωση, ενώ η ανάγκη της για τρυφερότητα την καθιστά ανθρώπινη και οικεία. Παράλληλα ο John Gabriel δε φαίνεται να έχει αντιληφθεί το εύρος της κατάπτωσής του, ωστόσο συνεχίζει μια έντονη μνησίκακη συμπεριφορά, στηριζόμενος εγωιστικά και αλαζονικά στο δικό του ζωτικό ψεύδος, δηλαδή την πεποίθηση ότι η τράπεζα θα αναζητήσει και πάλι τις πολύτιμες υπηρεσίες του. Ο Borkman εγκλωβισμένος μεταξύ των δύο γυναικών κάνει αυτό που ξέρει να κάνει…προδίδει και τις δύο γυναίκες επιλέγοντας τη δύναμη, το χρήμα, την αντεκδίκηση και το μεγαλείο.

Με τη φυγή του Erhart και τον θάνατο του Borkman τα δύο τρίγωνα διαλύονται και μαζί τους διαλύεται και ένα ολόκληρο σύστημα αξιών, το οποίο παραγοντοποιείται μέσω του ιδεαλισμού· ο Ibsen σε κάθε έργο του αφηγείται μια αποτυχία, που εκτός από την δυσμενή εξέλιξη των καταστάσεων, συνιστά και μια παρακμή, ήτοι την κατάπτωση του ιδεαλισμού.

Ως εκ τούτου, ο Borkman, αυτός ο μεγάλος ιδεαλιστής εγκλωβίζεται στο όραμά του, παρασύρεται από την αλαζονεία και την εγωπάθεια και δρα καταστροφικά για το περιβάλλον του· ο Borkman διακατεχόταν από την ισχυρή πεποίθηση -άλλο ένα ζωτικό ψεύδος;- ότι με τα χρήματα που καταχράστηκε θα άλλαζε τον κόσμο για να απελευθερώσει δυνάμεις της φύσης και της κοινωνίας.

Ωστόσο η επικίνδυνη αλαζονεία του δεν τον εγκαταλείπει ούτε μετά τον εγκλεισμό στη φυλακή και την ηθική του κατάπτωση και συνεχίζει να πιστεύει ότι υπηρετεί τις μεγαλειώδεις δυνάμεις του σύμπαντος -ο ιδεαλισμός του και η στρέβλωση του ιδεαλιστικού οράματος λόγω της απουσίας ηθικών ερεισμάτων οδηγεί τον Borkman  στην προσωπική συντριβή και την ανυπαρξία σε συμβολικό αλλά και κυριολεκτικό επίπεδο, καθώς ο θάνατός του συνιστά ένα τέλος και μια μετάβαση σε κάτι νέο· η απόδραση του Erhart καταδεικνύει την ανάγκη του νέου αίματος να επαναπροσδιορίσει τις αξίες και να ανανεώσει τις συμπεριφορικές τάσεις.

Το τρίτο τρίγωνο Erhart-Fanny-Frida δεν είναι τόσο εμφανές αλλά είναι εξ΄ίσου σημαντικό καθώς προσδιορίζει μια νέα τάξη πραγμάτων, μια σύγκρουση που ερείδεται στις σχέσεις νεότερων ανθρώπων και, ενδεχομένως, είναι πιο σύνθετη. Ο Erhart αποδρά με την Frida, επιλέγοντας να ζήσει για τον εαυτό του κι όχι να εξυπηρετήσει τα ιδανικά των άλλων, ενώ η γοητευτική και επικίνδυνη Fanny συμβολοποιεί έναν νέο άγνωστο κόσμο, ανεξάρτητο, μορφωμένο κι ελεύθερο -όπως εκείνη- που δίνει βάρος στην προσωπική επιθυμία και την απόλαυση.

Η μικρή Frida, έρμαιο της Fanny, δεν έχει άλλη λύση παρά να αποδράσει κι εκείνη από ένα σπίτι κατεστραμμένο, με τον πατέρα Wilhelm να ζει στο δικό του ζωτικό ψεύδος, εκείνο της ποίησης, το οποίο με βάρβαρο και βάναυσο τρόπο του καταρρίπτει ο φίλος Borkman. H Frida, τρυφερή κι ιδεαλίστρια, θαυμάζει τον Erhart, o οποίος όμως δε φαίνεται να το προσέχει, ενώ συνιστά και μια ευέλικτη λύση για τη Fanny σε περίπτωση που εκείνη βαρεθεί τον Erhart.

Προσέτι στα παραπάνω, η σκηνοθετική οπτική της κ. Βαλεντίνης Λουρμπά αναδεικνύει με διαύγεια τα παλιά τραύματα που διχάζουν τη σχέση των δύο αδερφών· οι διάλογοι ακολουθούν μια σταδιακή αύξηση της έντασης και μια δραματική κορύφωση, ενώ ανακύπτουν συναισθηματικές ανατροπές, εξάρσεις και αναδύεται σε άρτια διαύγεια η νοσηρότητα των σχέσεων αλλά και η στρεβλότητα των πεποιθήσεων των χαρακτήρων.

Η σκηνοθεσία ιχνηλατεί αριστοτεχνικά ένα εναργές ιψενικό σκηνικό, ζοφερό και υπαινικτικό, ταξιδεύοντας τον θεατή στο 1896· οι σκηνές της παράστασης είναι μελετημένες, συναισθηματικά και υποκριτικά άρτιες, καθώς η  σκηνοθέτις διαλύει κάθε σκηνή εις τα εξ ων συνετέθη αναδομώντας με ευαισθησία το δίπολο αλήθειας και ψεύδους, τη διάπυρη και υπόρρητη σχέση μεταξύ ζωής και θανάτου.

Η σκηνική συγκεκριμενοποίηση εστιάζει, παράλληλα, στις επιπτώσεις των προσωπικών ολέθρων των προσώπων που απαρτίζουν τα ιψενικά τρίγωνα, αναδεικνύοντας μέσω του φωτισμού, της εναλλαγής αργών και γρήγορων ρυθμών το ιψενικό αυτό σύμπαν· προσέτι σε αυτό, η παράσταση επενδύεται μουσικά από το  Danse Macabre του Camille Saint-Saëns, το οποίο λειτουργεί ως διαρκές memento mori το οποίο σε συνδυασμό με τα αόρατα βήματα του αόρατου John Gabriel από τον επάνω όροφο δημιουργούν ένα μακάβριο ηχοτοπίο που στέκει ως οιωνός πένθους και καταστροφής.

Η σκηνοθέτις, σεβόμενη κατ΄αρχάς το έργο του Henrik Ibsen και το κοινό της, εναρμονίζει με ενσυναισθητική έμπνευση το διπολικό αυτό τοπίο διαμορφώνοντας έναν διττό κόσμο∙ αφ΄ενός το ζωτικό ψεύδος που εμφιλοχωρεί στις συγκρουσιακές σχέσεις των χαρακτήρων και την τραγική αλήθεια που προκύπτει σταδιακά ως θεία δίκη πολλών προπατορικών αμαρτημάτων.

Ο κ. Μάνος Χατζηγεωργίου, έμπειρος στο ιψενικό σύμπαν, ερμηνεύει αριστοτεχνικά τον Jοhn Gabriel Borkman, ιχνηλατώντας με απαράμιλλο υποκριτικό βάθος κάθε πτυχή του αλαζονικού και παράλληλα ματαιωμένου αυτού άνδρα, αναδεικνύοντας θαυμαστά τις ανεπαίσθητες συναισθηματικές εκφάνσεις που συνεπάγονται το δίπολο αλήθειας και ψεύδους· ο John Gabriel ακροβατεί μεταξύ ειρωνείας, κυνισμού,  έπαρσης, φόβου, μανιασμένης οργής, ανασφάλειας, βιαιότητας εμμένοντας με εγωπάθεια στο ψεύδος του καθώς η αλήθεια του προκαλεί φρίκη.

Οι κ. Μαρία Δημητριάδου και Βαρβάρα Κυρίτση ως Gunhild και Ella αντίστοιχα ερμηνεύουν με διαύγεια, προσήλωση και συντριβή τις δύο γυναίκες που συγκρούονται με ευγένεια και μεγαλείο, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις, χωρίς να ευτελίζουν την οργή, την αγάπη και τα συναισθήματά τους, στοιχείο που τις καθιστά οικείες απέναντι στο κοινό· οι δύο γυναίκες, συνομιλούν υποκριτικά και τηρούν την ισορροπία μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, ζωής και θανάτου έως το τέλος, με θαυμαστό ρεαλιστικό υπόβαθρο.

Ο κ. Βασίλης Ασημάκης ως Erhart ερμηνεύει με δυναμισμό, αποφασιστικότητα και εσωστρέφεια, όπου απαιτείται, έναν χαρακτήρα που δέχεται έντονες συναισθηματικές πιέσεις, βρίσκεται σε έντονα διλημματική κατάσταση -την οποία προβάλλει με την υποκριτική του- αλλά επιλέγει την προσωπική του επιβίωση και την έναρξη ενός νέου κώδικα ζωής. Ο κ. Ασημάκης ακροβατεί μεταξύ παλαιού και νέου, νόμου και προσωπικής ελευθερίας, επιλέγοντας αναίμακτα να σπάσει τα δεσμά της προσωπικής ματαίωσης και των τραυματικών βιωμάτων.

Ο κ. Χρίστος Γεωργίου ως Wilhelm, στέκεται επάξια ως εκείνο το ιψενικό πρόσωπο, που δρα καταλυτικά ακόμη και ανακλαστικά ή αντιστικτικά στον πρωταγωνιστή αλλά και στην εξέλιξη του δράματος, ερμηνεύοντας με προσωπική συντριβή τον συγκεκριμένο χαρακτήρα· ο Wilhelm είναι το πρόσωπο που αποκαλύπτει ότι έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον πιστό του φίλο John Gabriel καθιστώντας ακόμη πιο ειδεχθή τη δράση του τελευταίου. Ο Wilhelm συνιστά έναν λόγιο κόσμο ποιητικότητας -ενδεχομένως τον ίδιο τον Ibsen- που συντρίβεται σε ένα σύμπαν που κυριαρχεί η φιλαυτία και η απουσία του πνεύματος. Ο Wilhelm ταλανίζεται από την προσωπική του τραγωδία ματαίωσης και μοναχικότητας, στοιχείο που τονίζει την τραγικότητα και το αδιέξοδο του ιψενικού κόσμου και του ιδεαλισμού.

Η κ. Λήδα Χατζηδημητρίου ως Fanny και Frida ακροβατεί με επιτυχία σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετους ρόλους· η κ. Χατζηδημητρίου, η οποία έλαβε και όλο το βάρος της μικρής Hedvig στην Αγριόπαπια την περίοδο 2023-2024 πράγματι στο συγκεκριμένο δράμα φαίνεται πως βιώνει με ρεαλισμό και υποκριτική δεξιότητα τόσο την ηδονική απόλαυση της επικίνδυνης και αδίστακτης γυναίκας όσο και τη συντριβή και τον κρυφό έρωτα ενός ρομαντικού πλάσματος που ζει μέσω της τέχνης της, της μουσικής της.

Οι φωτισμοί του κ. Θοδωρή  Κόκκινου τονίζουν τις εντάσεις και τις συναισθηματικές πτυχές των σκηνών, επενδύοντας τη σκηνή της καταιγίδας με δέος και φόβο, η μουσική επιμέλεια της Val-de-lou σκιαγραφεί υπόκωφα τις σκοτεινές στιγμές της παράστασης, ενώ τα κοστούμια της κ. Τίσσας Βασιλάκη διαγράφουν με ενάργεια τόσο τον χαρακτήρα των ηρώων αλλά και την ιψενική εποχή του 1896.

Πόσο απέραντη έγινε εκείνη η νύχτα που δεν την είδαμε σαν ερχόταν…και σκέπασε τις μνήμες μας και το λευκό του πιάνου που έστεκε σαν φως μέσα στο δάκρυ μας…πώς στοίχειωσε έτσι το όνειρο, τη μέρα που εμείς σταθήκαμε στην πλατωσιά της μοίρας…

Λία Τσεκούρα

 

 

Θέατρο / Ο Θεός των χρηματιστηρίων

Κλείνουμε το αφιέρωμα στον Ίψεν με τον «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» (Θέατρο Εκάτη) και την ριζοσπαστική κριτική του στον καπιταλισμό

Θα κλείσω σήμερα το άτυπο αφιέρωμά μου στον Ερρίκο Ίψεν με τον «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» που παρακολουθήσαμε στο Θέατρο Εκάτη, σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία της Βαλεντίνης Λουρμπά.

Ο μεγάλος Νορβηγός συγγραφέας, μολονότι έγραφε σε μια γλώσσα λίγο διαδεδομένη, κατάφερε να ανανεώσει ριζικά το παγκόσμιο θέατρο. Ξεκινώντας από μια ταπεινή αλλά στέρεη θεατρική φόρμα, το αστικό γαλλικό «καλοχτισμένο» έργο -συνήθως μια οικογενειακή κωμωδία-, και κρατώντας από αυτό μόνο την αστική φόρμα, το μεταλλάσσει, το γυρίζει μέσα-έξω σαν κοστούμι για να φτιάξει με «φθηνά» αλλά όχι ευτελή, καθημερινά υλικά τη νέα τραγωδία, όπως έγραφα αναλυτικότερα στα δύο προηγούμενα σημειώματα. Οι ήρωές του είναι συνηθισμένοι, άνθρωποι «ώσπερ ημείς» θα έλεγε ο Αριστοτέλης, που τολμούν να κάνουν ένα βήμα έξω από το πεπρωμένο που τους ορίζει το αυστηρό, πουριτανικό πλαίσιο του χρόνου-τόπου τους για να συνθλιβούν από έναν προτεστάντη Θεό που δεν συγχωρεί την παραμικρή ανυπακοή στις εντολές του.

Τάλαντα ή τάλιρα

Είδαμε στα δύο προηγούμενα σημειώματα τα παραπτώματα ηθικής τάξεως στα οποία υποκύπτουν οι ήρωες στους «Βρικόλακες» και στην «Έντα Γκάμπλερ». Το ακόμη χειρότερο αμάρτημα, όμως, της προτεσταντικής ηθικολογίας είναι η οικονομική αποτυχία του ανθρώπου, ιδίως η πτώχευση, που θεωρείται προσβολή κατά του Θεού και επιφέρει την κοινωνική ατίμωση. Επειδή ο Θεός χαίρεται τάχα όταν ακούει τον ήχο νομισμάτων πάνω σε τραπέζια χρηματιστηρίων! Μια αντίληψη που πήγασε κυρίως από τη στρεβλή ερμηνεία της ευαγγελικής παραβολής με τα «τάλαντα του Κυρίου», δηλαδή τη χάρη του Θεού που ο πιστός οφείλει να πολλαπλασιάσει και την οποία ο προτεσταντισμός μετέφρασε σε τάλιρα!

Κριτική του καπιταλισμού

Στον «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» ο Ίψεν παίρνει ως αφορμή το θέμα αυτό, αλλά το προωθεί πολύ πιο πέρα, φτάνοντας σε μια ριζοσπαστική κριτική του καπιταλισμού, μάλιστα στη σημερινή του μορφή, ως ενός ασύδοτου και χωρίς κανόνες αδίστακτου εκμεταλλευτικού συστήματος, που με το πρόσχημα της οικονομικής ανάπτυξης συντρίβει τον άνθρωπο. Ο Μπόρκμαν έχει αγοράσει την τράπεζα την οποία διευθύνει με τα ίδια της τα χρήματα που υπεξαίρεσε προηγουμένως (κάτι αυτό μας θυμίζει…). Η ιδιοφυΐα του συγγραφέα συλλαμβάνει επίσης, πριν από τον Φρόιντ, την ερωτική άρνηση που υπάρχει στη ρίζα του καπιταλισμού. Ο Μπόρκμαν, για να μπορεί να αφοσιωθεί απερίσπαστος στον οικονομικό στόχο του, προδίδει τη γυναίκα που αγάπησε παράφορα, την εγκαταλείπει και παντρεύεται την αδελφή της. Μετά την αποκάλυψη της τραπεζικής απάτης ύστερα από προδοσία του πιο πιστού συνεργάτη του, έρχονται η πτώση, η ατίμωση, η καταδίκη και η φυλάκιση του καταχραστή Μπόρκμαν. Τον μοναδικό γιο του αναλαμβάνει να μεγαλώσει η εγκαταλειμμένη τέως αγαπημένη. Με τον γιο, που έχει στο μεταξύ μεγαλώσει, να γίνεται αντικείμενο διεκδίκησης ανάμεσα σε δύο μητέρες. Η θεατρική ιδιοφυΐα του Ίψεν αποδεικνύεται επίσης από το γεγονός ότι καταφέρνει να μεταβάλει ακαριαία το έργο από δράμα σε κωμωδία, καθώς ο μονάκριβος γιος με τις δύο μητέρες φεύγει στο τέλος του έργου με δύο γυναίκες, μια «τακτική» και μια «αναπληρωματική». Ο Μπόρκμαν θα βρει στο τέλος έναν θάνατο «παπαδιαμαντικό», στα χιόνια της ερωτικής ερημίας και στον παγετό της κοινωνικής του απαξίωσης.

Μια καλοζυγισμένη παράσταση

Η παράσταση του Θεάτρου Εκάτη, στη σκηνοθεσία της Βαλεντίνης Λουρμπά σε συλλογική μετάφραση του θιάσου, είναι στρωτή, μετρημένη, χωρίς εκζήτηση, με ζυγισμένο τέμπο, κλιμακούμενη ένταση, σωστούς ρυθμούς και ομοιόμορφο ύφος νοσταλγίας για το χαμένο όνειρο της αγάπης. Μια ισοδύναμη ομάδα ηθοποιών από τους Μάνο Χατζηγεωργίου, Βασίλη Ασημάκη, Χρίστο Γεωργίου, Μαρία Δημητριάδου, Βαρβάρα Κυρίτση, Λήδα Χατζηδημητρίου δίνει τους ρόλους με σαφήνεια, διαύγεια, αμεσότητα και λίγο ρομαντισμό. Η μουσική επιμέλεια είναι των Val-de-lou, τα χρηστικά κοστούμια από την Τίσσα Βασιλάκη, οι λειτουργικοί φωτισμοί από τον Θοδωρή Κόκκινο.

Λέανδρος Πολενάκης

 

 

Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν (John Gabriel Borkman), του Ερρίκου Ίμπσεν (1896), στο Θέατρο Εκάτη

Ο Γαβριήλ Μπόρκμαν ερωτεύεται τη μικρή αδελφή που ανταποδίδει τον έρωτά του, όμως η αγάπη του χρυσού είναι το κυρίαρχο πάθος του κι έτσι παντρεύεται την μεγάλη αδελφή η οποία του παρέχει την δυνατότητα για την επαγγελματική και κοινωνική του ανέλιξη. Η αγάπη της επιτυχίας μέσω του χρήματος, υπερισχύει του συναισθήματος της αγάπης. Το εγχείρημα να κάνει το μεγάλο οικονομικό άλμα, αποβαίνει τελικά σε βάρος του, αφού φυλακίζεται για κατάχρηση, όπου τελικά αποφυλακίζεται εντελώς κατεστραμμένος. Τον χρόνο της ευφορίας του από τον γάμο με την μεγάλη και πλούσια αδελφή, όπως και την ψυχολογική του κατάσταση, με την φυλάκιση και την αποφυλάκισή του, αυτό το σκαμπανέβασμα της τύχης του, που δεν μπόρεσε να διαχειριστεί με επιτυχία, τον ρόλο αυτό τον απέδωσε με πλήρη επιτυχία ο Μάνος Χατζηγεωργίου, έναν οιωνεί διπλό, ευφορίας και αποτυχίας, ρόλο. Ήταν πειστικός και στους δύο αυτούς «ρόλους», από την ανεξέλεγκτη αλαζονεία στην κατάρρευση και στην ολική επαναφορά προς την έπαρση, η οποία τον ακολούθησε μέχρι τον θάνατο.

Η Βαρβάρα Κυρίτση (Έλλα Ρέντχαϊμ), ουσιαστικά το παίγνιο και θύμα του Μπόρκμαν, με αναλλοίωτα γι’ αυτόν αισθήματα, από την προδοσία έως την πλήρη κατάρρευσή του, είχε να διαχειριστεί και αυτή έναν διπλό ρόλο, αλλά σε ευθύγραμμη σχέση, ως ερασθείσα και προδοθείσα, η οποία παραμένει σταθερή στα αισθήματά της. Σπάνια για τα συνήθη ανθρώπινα μέτρα συμπεριφορά και πέτυχε να τον αποδώσει πειστικότατα και με την πρέπουσα για τον ρόλο αυτό εγκράτεια. Επιμένω στην απόδοση του ρόλου αυτού που η Βαρβάρα Κυρίτση τον απέδωσε με την πρέπουσα εγκράτεια. Είναι ο δυσκολότερος ρόλος, από των άλλων του έργου προσώπων, τον οποίο έπρεπε να διαχειριστεί με ισορροπία και πέτυχε απολύτως.

Η Μαρία Δημητριάδου (Γούνχιλντ Μπόρκμαν), έχοντας να αντιπαλέψει με τον ρόλο της μη αγαπημένης συζύγου, ως εργαλειακά μεταχειρισθέντος προσώπου, για τους επαγγελματικούς και κοινωνικά καριερίστικους σκοπούς του συζύγου και με την απογοήτευση από την οικονομική αποτυχία, την καταστροφή του (έλλειψη αγάπης και διαχείριση των αισθημάτων της οικογενειακής τους καταστροφής), και την κοινωνική κατακραυγή, στάθηκε με επιτυχία στο να αποδώσει αυτό τον δύσκολο ρόλο, με μη προσποιητή εγκράτεια, που προσιδιάζει στις απαιτήσεις αυτού του ρόλου. Ήταν μια έξοχη Γούνχιλντ Μπόρκμαν και της αξίζουν συγχαρητήρια.

Ο Βασίλης Ασημάκης (Έρχαρτ), υπήρξε σε μερικές στιγμές λίγο άκαμπτος, με κινήσεις χαλαρές, θα έλεγα σε κάποια σημεία, που έπρεπε να τονισθεί ιδιαίτερα ο ρόλος του, ως παραμελημένου γιού από πλευράς των γονέων του και ως μοναδικού συνεκτικού κρίκου μεταξύ της μητέρας, της θείας και του πατέρα, καθόσον δεν υπήρχε τίποτε άλλο, εκτός από τον Έρκχαρτ πρόσωπο, που να ενώνει πατέρα, μητέρα και θεία, σύνοικο και τροφό του.

Η Λήδα Χατζηδημητρίου, ένα αστέρι που ανατέλλει λαμπρό, με δύο και αυτή ρόλους (Φρίντα Φόλνταλ και Κυρία Βίλτον), ήταν το μόνο εύχαρες πρόσωπο του έργου, μέσα στην σκοτεινιά που βασίλευε στην αποσαθρωμένη αυτή οικογένεια, ρόλους τους οποίους απέδωσε με εξαιρετική επιτυχία. Η Λήδα Χατζηδημητρίου έχει λαμπρό μέλλον, το οποίο προδιαγράφεται άριστα, από τις μέχρι τώρα σκηνικές της εμφανίσεις.

Το εξωοικογενειακό φιλικό πρόσωπο (Φόλνταλ) που απέδωσε ο Χρίστος Γεωργίου, ως μια νότα «κωμική» απέναντι στο οικογενειακό δράμα των Μπόρκμαν, αποδόθηκε άλλοτε με κινήσεις νευρόσπαστου που δεν τον αγγίζει τίποτε περισσότερο από το σκαμπανέβασμα της τύχης του Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν και της δικής του παραγνωρισμένης ποιητικής του μεγαλοφυΐας. Άριστος στον ρόλο του και εύστοχος, όπου χρειάστηκε να τραβήξει την προσοχή λίγο πιο πέρα από τη σκοτεινά της οικογένειας Μπόρκμαν.

Η σκηνοθεσία της Βαλεντίνης Λούρμπα, με την εμπειρία της στο στήσιμο θεατρικών παραστάσεων κλειστού χώρου, όπως είναι τα θεατρικά έργα του Ερικ Ίμπσεν, ήταν απόλυτα επιτυχής, αφού ο σκηνικός χαρακτήρας του έργου αποδόθηκε απολύτως πειστικά, με τη καθοδήγηση των χαρακτήρων, το σκηνικό διάκοσμο και την ενδυματική επιλογή. Η επιμονή και συνέπειά της στο ανέβασμα σοβαρού θεάτρου είναι πολύτιμη και περιμένουμε την ανάλογη συνέχεια, για την οποία είμαστε βέβαιοι ότι θα ακολουθήσει.

Η επιλογή των κοστουμιών εποχής της ενδυματολόγου Τίσσας Βασιλάκη είναι αξιοπρόσεκτη, όπως και η μουσική επένδυση Val -de-lou και με φωτισμούς Σακίλ/Θοδωρή Κόκκινου.

Ευάγγελος Κ. Βαλσαμίδης

 

 

Για την θεατρική παράσταση «Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν» | γράφει ο Φώτης Καγγελάρης

Τί είναι ο Ι. Γ. Μπόρκμαν; Ένας άνθρωπος εκτεθειμένος στις αδυναμίες του που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η απληστία. Είχε πιστέψει στην απληστία σαν σωσίβιο για να διασχίσει το πέλαγος της ύπαρξης. Αλλά και ποιος δεν έχει πιστέψει σε κάτι, στον Θεό, στον έρωτα, στα λεφτά, στην επιτυχία ως υπέρβαση ενός ανοήμονος κόσμου που δεν αντέχει, ωστόσο, να είναι χωρίς νόημα. Μήπως, η ασθένεια ζωή, μια ασθένεια με πάντα άσχημη πρόγνωση, είναι προτιμότερο να πάσχει από το νόημα παρά από την έλλειψη νοήματος;

Κάποιες φορές το νόημα στρέφεται εναντίον μας, όπως συμβαίνει με μια σχέση που δεν εξελίσσεται όπως μας είχε «υποσχεθεί». Κάποιες φορές το νόημα μετατρέπεται σε ύβρι και στρέφεται, σαν την ουρά του σκορπιού, θανατηφόρα, εναντίον του ανθρώπου που νόμιζε ότι θα σωθεί από αυτό. Ε, λοιπόν, ας μην είμαστε τόσο αυστηροί, το λάθος είναι στη φύση του ανθρώπου, αφού ο ίδιος ο άνθρωπος είναι ένα άχρηστο πάθος, όπως έλεγε ο Σαρτρ.

Γραμμένο το 1896 ως το τελευταίο της ψυχολογικής περιόδου, έργο με πολλαπλές αναγνώσεις, για τον έρωτα, τις οικογενειακές σχέσεις, τις έμφυλες ταυτότητες και στερεότυπα, την απουσία του Θεού από τα ανθρώπινα, το πάθος για εξουσία, ο Ίψεν διερωτάται για την έννοια της καταστροφής και της σωτηρίας. Της σωτηρίας που την βλέπει είτε στη ρήξη με τον παλαιό κόσμο, στο νέο ζευγάρι που φεύγει για να σωθεί είτε στο θάνατο που εξαγνίζει ως χιόνι: η φύση, ελλείψει Θεού, επεμβαίνει λυτρωτικά στα ανθρώπινα.

Θεμελιώδης φράση, που δομεί δραματουργικά το έργο και διέπει τη ζωή όλων των προσώπων αλλά ενδεχομένως και όλων των θεατών, η φράση του Φολντάλ: «η φοβερή αμφιβολία, αν ξόδεψα τη ζωή μου για μια φαντασίωση». Ναι, πράγματι, χωρίς τον Ι. Γ. Μπόρκμαν θα φαινόταν κενή η βιβλιοθήκη του Ίψεν που με ευλάβεια μας διδάσκει, χρόνια τώρα, η κ. Βαλεντίνη Λουρμπά στο μυσταγωγικό της θέατρο, το σχεδόν αφιερωμένο στο θέατρο της Σκανδιναβίας, στη λατρεία των θεοτήτων του Βορρά, Ίψεν και Στρίντμπεργκ. Μια σαμανική ανάγνωση θα χαρακτηρίζαμε τη σκηνοθεσία. Θυμίζει «Κρυφό Σχολειό», όπου όλοι, μαθητές-θεατές και δάσκαλοι-συντελεστές κοινωνούμε την άχραντη τροφή της υπαρξιακής απελπισίας, της ανθρώπινης ματαιότητας, ταυτόχρονα με τον οίστρο για ζωή παρότι η ζωή είναι εξαρχής υποθηκευμένη από την ίδια της την υπαρξιακή αποσκευή, υποθηκευμένη στον χρόνο και στο απρόοπτο.

Η σκηνοθέτης σμιλεύει την παράστασή της έτσι που να την φοράει κατάσαρκα ο θεατής και βγαίνοντας από το θέατρο να έχει εμπλακεί στον ιστό από τα ερωτηματικά της ύπαρξης στα οποία, ωστόσο, θα αδυνατεί ν’ απαντήσει. Θα αγκιστρωθεί κι αυτός, σαν τον Ι. Γ. Μπόρκμαν, από κάπου, από τα προβλήματα της σχέσης του, από το τι ώρα θα ξυπνήσει το πρωί, από το φάντασμα της επιτυχίας, θα αγνοήσει το δίλημμα του Καμύ, αυτοκτονία ή επανάσταση. Η σκηνοθέτης με τον ψίθυρο της σκηνοθεσίας της προκαλεί κραυγές εντός μας και ρίγη αβεβαιότητας. Με την ανάγνωση του έργου, γιατί, ουσιαστικά, για ανάγνωση πρόκειται, χωρίς αφαίρεση και πειραματισμό, μας ανοίγει το σπίτι της για ένα βράδυ, δήθεν, για να δούμε θέατρο, ενώ, στ’ αλήθεια, πρόκειται για μια συνομιλία για τα σωσίβια της ύπαρξης, τις υπαρξιακές μας αποσκευές, τα ιψενικά τρίγωνα σωτηρίας, τα ζωτικά ψεύδη. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια φιλοσοφική θεώρηση, θεατρικά δοσμένη της επινόησης νοήματος: όλα τα πρόσωπα αρπάζονται από κάπου, ακόμα κι αν αυτό αποβαίνει εναντίον τους. Στην αυλαία, η σκηνοθέτις, αδιάσπαστο ζευγάρι με τον Ίψεν, σαν να μας λέει, μην αγωνιάτε, θα τα καταφέρουμε. Μας παρηγορεί, μας θεραπεύει όπως οφείλει να κάνει η υψηλή τέχνη, το θέατρο ως παραμυθία και ως θεραπεία. Να την πιστέψουμε;

Οι ηθοποιοί, οι ιερείς, θα έλεγα, ιερουργούν και μας εισάγουν σταδιακά στα ενδότερα του δράματος, με μια απόσταση από τον χώρο, σαν να μην απευθύνονται στον θεατή, σαν να ασχολούνται με τα δικά τους προσωπικά δράματα.

Για τον κ. Μάνο Χατζηγεωργίου, έχουμε γράψει και παλαιότερα. Πρόκειται για ηθοποιό με σπάνιο ταλέντο υποκριτικής και μοναδικής θεατρικής ευαισθησίας. Ουσιαστικά, με το παίξιμό του και την παρουσία του στη σκηνή, μας δίνει την εντύπωση ότι συμμετέχουμε στην εξέλιξη ενός υπαρξιακού δράματος που εξελίσσεται εντός μας. Κάθε κίνηση, σιωπή, έκφραση δομούν την ισορροπία της παράστασης και κεντούν τα συναισθήματα μετοχής του θεατή.

Η κ. Λήδα Χατζηδημητρίου πληθωρική, θεατρικά, παρουσία, αλλά απόλυτα

ελεγχόμενη ως προς την εκφορά του λόγου, τις παύσεις, την αίσθηση του μέτρου.

Παίζει τόσο φυσικά που ο θεατής ξεχνά ότι βρίσκεται σε σκηνή θεάτρου και έχει την

εντύπωση ότι ξεναγείται στη σκηνή του ψυχισμού. Μια εξαιρετική εξελισσόμενη

παρουσία στον κόσμο του θεάτρου.

Η κ. Μαρία Δημητριάδου, ηθοποιός με εύρος και στυλιστικές ικανότητες αρχαίας

τραγωδίας, με το παίξιμο της οδηγεί τον θεατή σταδιακά στην αριστοτελική κάθαρση.

Ο κ. Χρίστος Γεωργίου, με κρεσέντο λόγου και παρουσίας από την αρχή της παράστασης, είναι πειστικότατος στο ρόλο του και διεκπεραιώνει χωρίς έκπτωση το

πρόσωπο που έχει αναλάβει.

Η κ. Βαρβάρα Κυρίτση, ένα basso continuo στην υποκριτική της ικανότητα δημιουργεί μια πειστική αντίστιξη εν σχέσει με τις κραυγές των άλλων προσώπων. Η απελπισία, ελλείψει προοπτικής, παραμένει εντός της σαν ένας πολύτιμος υπαρξιακός θησαυρός.

Ο κ. Βασίλης Ασημάκης έχει όλες τις αρετές ενός πολυτάλαντου ηθοποιού με εξαιρετική σκηνική παρουσία, λόγου, κίνησης, μορφασμού. Ζυγιάζει με ακρίβεια τις

διακυμάνσεις του εσωτερικού του λυγμού ενώ ταυτόχρονα θεραπεύεται από τον

ευνουχισμό των συγγενικών δεσμών και διεκδικεί φαλλικά την υγρή παρουσία της κ.

Βίλτον ως διάνοιξη δρόμου για το μέλλον.

Η μουσική επιμέλεια της κ. Val-de-lou εξαιρετικά προσεγμένη, συμβάλει στην έκφραση του άρρητου. Οι φωτισμοί του κ. Θοδωρή Κόκκινου δημιουργούν το κατάλληλο εσωτερικό ή εξωτερικό τοπίο. Τα κοστούμια, της κ. Τίσσας Βασιλάκη, απλά τέλεια, και παρότι εποχής διασχίζουν τον χρόνο για να συναντήσουν τη ματιά μας στο σύγχρονο κόσμο.

Φίλοι θεατές, δείτε την παράσταση και ελάτε να συζητήσουμε για την πρόταση του Ι.

Γ. Μπόρκμαν, για το ζωτικό ψεύδος μιας ζωής με νόημα.

Φώτης Καγγελάρης

κρατήστε επαφή

Έχετε κάποια ερώτηση;
Επικοινωνήστε μαζί μας!