Κριτικές για τα Μαύρα Τακούνια

Τα μαύρα τακούνια του Γιώργου Χρονά-  Κωνσταντίνος Μπούρας

Η ποίηση του Γιώργου Χρονά είναι καβαφική και επικούρεια, δραματική και τραγική, συμπιεσμένη συναισθηματικώς και αποφορτισμένη μηδενιστικώς. Δεν είναι τυχαίο που του δόθηκε το βραβείο Καβάφη. Δεν είναι τυχαίο που παίζονται ταυτόχρονα τρεις θεατρικές παραστάσεις έργων στις αθηναϊκές (και όχι μόνο) σκηνές. Αν συμπεριλάβουμε και την “Γυναίκα της Πάτρας’ που περιοδεύει, έχουμε ένα κουαρτέτο ποιητικών δρώμενων, ανθεκτικό στο Χρόνο. Στο ατμοσφαιρικό θέατρο “Εκάτη’ που διευθύνει και σκηνοθετεί η χαμηλόφωνη κυρία Βαλεντίνη Λουρμπά, ταξιδέψαμε με τους εκλεκτικούς λάτρεις της αυθεντικής θεατροποιημένης ποίησης σε ένα σύμπαν όπου ο έρωτας πωλείται κι αγοράζεται, “η αγάπη γίνεται χρήμα’ και ο θάνατος είναι το μόνο αντίδοτο στην τρέλα, ο μηδενισμός στο υπαρξιακό κενό και η επικούρεια στάση ζωής απάντηση στις πάσης φύσεως εσχατολογικές θεωρίες. Σπανίως φεύγω χωρίς ενστάσεις από ένα θέαμα. Ταξίδεψα πολύ βαθιά στο ταλαιπωρημένο συλλογικό ασυνείδητο, πάλεψα με φαντάσματα του ατομικού ασυνείδητου, άλειψα βάλσαμο τις πληγές. Τι άλλο να ζητήσει κανείς από μια παράσταση; Όλοι οι ηρωικοί συντελεστές άψογοι:

 

 

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΤΑΚΟΥΝΙΑ του Γιώργου Xρονά – Κυριάκος Βαλαβάνης

Του ποιητή Γιώργου Χρονά Τα Μαύρα Τακούνια ανέβασε στο θέατρο Εκάτη η Βαλεντίνη Λουρμπά και φυσικά τον χώρο σκηνοθέτησε μέσα σε μιαν ανάλογη ατμόσφαιρα περιβάλλοντος οικεία προς το θέμα και μοίρασε με ευθύνη τους ρόλους εις τους ηθοποιούς με υποδειγματική εκτέλεση και πάντοτε σε συνδυασμό και συνεργασία των συντελεστών φωτισμού ηχοληψίας μουσικής επιμελείας κ.λ.π στοιχείων διαδικασίας.Η σκηνοθεσία της Βαλεντίνης Λουρμπά ήταν πειθαρχημένη και οι τέσσερις ηθοποιοί κινήθηκαν και ζωντάνεψαν την παράσταση με τάκτ και σεβασμό , και με συναίσθηση δάνεισαν αυτό που δεν τους ανήκε μέσα σ ένα οίκο ανοχής αδιάκριτα διακριτικά. ¨Ηταν ένας χώρος μη επιθυμητός αλλά λόγω ανάγκης μοίρασαν την κοινή εμπειρία τους στην ανάπαυλα και σκηνική τους δράση.Επόμενο ήταν σαν τέτοιος χώρος κάποτε οι ιερόδουλοι να είναι σε αρμόζουσα ατμόσφαιρα προκλήσεως χωρίς εξαλλοσύνη και να συνδιαλέγονται εκούσια και ακούσια χωρίς έλεγχο και μέτρο όμως ο πόνος τις ένωνε ,είχαν κοινά μυστικά δοκιμασιών ψυχοπαθολογικά προβλήματα ιδιόμορφη ψυχοσύνθεση ,κάποτε ενοχή πολύ πόνο,αβεβαιότητα ανασφάλεια έδιδαν μάχη συνειδήσεως και αυτές τις βιωμένες εμπειρίες τους χωρίς να τις αυτοαναλύουν , τις περιπλανούσαν σε αδιέξοδα ή από το δράμα στην κωμωδία και διεκτραγωδούσαν το αβέβαιον αύριο. Αυτούς τους πενιχρούς διαλόγους κρίσεως και επικρίσεως τις εσωστρεφείς μαρτυρίες της ιστορίας τους συζητούσαν και τον εκφυλισμόν της συνειδησιακής τους πορείας τις δυσίατες αυτοπαγιδεύσεις της ψυχικής τους εξαθλιώσεως. Κι όμως ζούσαν με την ελπίδα ότι μπορούν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν .¨Οντως ο πόνος τις ένωνε γι΄αυτό και υπήρχε σύμπνοια και κατανόηση.Σπουδαίος ο ρόλος των ηθοποιών πέρα από τον χώρο της υποτιθέμενης συναλλαγής.Σαν μύστες και μυούμενοι μυσταγωγούσαν με εκδηλωτική εξομολογητική νομοέπεια και ομοιογένεια στις κρύφιες διαστάσεις στην νοθεία των πραγμάτων. πειθάρχησαν και τήρησαν την σκηνοθετική γραμμή και με ανάλογη συμπεριφορά έπαιξαν τον τον ρόλο τους με περιγραφική παρουσίαση στα ρηχά και ψεύτικα συναισθήματα των εραστών την επικοινωνιακή συμμετοχή και ουσία των αθυρμάτων .Η Ειρήνη Γεωργίου{ΝΟΡΑ} η Ελένη Μπέη{ΒΕΡΓΙΝΑ }η Ολγα Στέφου {ΣΩΤΗ} ανέδειξαν το κείμενο και  με δεσπόζουσα θέση τον ταλαντούχο Γιάννη Κωσταρά στον ρόλο του τρελού. .Αξιοσημείωτοι οι φωτισμοί του Μιχάλη Σαρημανώλη που βοήθησαν την άψογη σκηνική μαρτυρία των γυναικών και αρμόζουσα ψυχολογική αντίδραση μοιρασμένης σοδείας καλοβαλμένης θεραπενίδος. ”Τα μαύρα τακούνια” του Γιώργου χρονά.είναι μια σύνθεση ποιημάτων που έφτιαξε θεατρικό έργο η Βαλεντίνη Λουρμπά και το συνιστώ

 

 

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΤΑΚΟΥΝΙΑ του Γιώργου Xρονά Γιάννης Κυριακάκος

Στο θέατρο Εκάτη παρακολούθησα τα Μαύρα Τακούνια του Γιώργου Χρονά μια ποιητική σύνθεση που φτιάχθηκε , θεατρικό έργο από την Βαλεντίνη Λουρμπά .που έκανε και την σκηνοθεσία του έργου,

Το έργο διαδραματίζεται σε ένα Μπορντέλο που τρεις κατακερματισμένες γυναίκες διεκπεραιωτές του φευγαλέου μαζεύουν τα ψυχικά τους θραύσματα για να ολοκληρώσουν την ματαιότητα .Η μιά είναι προέκταση της άλλης

και η μία καθρεφτίζει επάνω στην άλλη την δική της ειμαρμένη. Έχουν την ίδια μοναξιά τον ίδιο ακριβώς πόνο τους ίδιους εφιάλτες. Δελεάζονται από την καταστροφή και αφοσιώνονται στο ανέφικτο, Ότι δεν φθείρεται είναι η αλήθεια τους, Ο θάνατος είναι θέσφατο και τους διαφυλάττει από την προσβολή. Ο πόνος του θανάτου τους κάνει ράκη απελπισίας και κωπηλάτες δακρύων. Τα Μαύρα Τακούνια είναι ένα έργο με βαθιές ψυχολογικές απηχήσει.Ο κόσμος τους είναι συμπαγής και συγχρόνως υδαρής. Ο Γιώργος Χρονάς με αριστοτεχνικό τρόπο στο ανορθόδοξο δίνει φυσικότητα. Η τραγικότητα οδηγεί στην αυτογνωσία και η μοναξιά στην οδύνη παρακολούθησα μια ενδιαφέρουσα παράσταση στο θέατρο Εκάτη που ο διάκοσμός του ζωγράφισε και έδωσε την ατμόσφαιρα του έργου. Παλιά σκαλιστά έπιπλα δαντέλες ταυταδένια φουστάνια φωτογραφίες Μανσον και καπέλα

δημιουργούσαν την νοσταλγία του gloria mundi και το τελεσίδικα χαμένο.Οι εξαιρετικοί φωτισμοί του Μιχάλη Σαρημανώλη έδωσαν την ατμόσφαιρα της κατρακύλας και το ξεθώριασμα των προσώπων

Η Ειρήνη Γεωργίου ήταν άμεση και ζεστή στον ρόλο της Νόρας που επιθυμούσε να φθαρεί ενώ θα είχε αγαπήσει. Η Ελένη Μπέη αισθαντική στον ρόλο της Βεργίνας να περιμένει να γκρεμισθεί

Η Ολγα Στέφου στο ρόλο της Σώτης πειστική ετοιμη να χάσει την τελευταία της αθωότητα .Ο Γιάννης Κωσταράς εντυπωσίαζε με το επίσημο της φωνής του και απέδωσε την σοφία του τρελού.

Είδα ένα έργο τέχνης τα μαύρα τακούνια του Γίωργου Χρονά στο θέατρο Εκάτη και φεύγοντας αντηχούσαν στα αυτιά μου οι ήχοι του Ραχμανινωφ και οι μονωδίες της γρηγοριανής μουσικής .Είναι μια παράσταση που συνιστώ μια

παράσταση που έκτισε η Βαλεντίνη Λουρμπά και οι ηθοποιοί την υποστήριξαν.

 

 

Γιούλη Χρονοπούλου «Τα μαύρα τακούνια» του Γιώργου Χρονά στο θέατρο Εκάτη

Η παράσταση «Μαύρα τακούνια» στο θέατρο Εκάτη περιέχει πολλά στοιχεία άξια θαυμασμού. Πρώτα – πρώτα η δημιουργία του ίδιου του έργου: πρόκειται για συνένωση ποιημάτων του Γιώργου Χρονά από πολλές διαφορετικές συλλογές με τέτοιον τρόπο ώστε να προκύπτει τελικά ενότητα, συνέχεια, ομαλότητα, θάλεγα ιστορία, ακόμη και πρόσωπα με υπόσταση, αν όχι χαρακτήρες. Η συρραφή είναι τόσο πετυχημένη, ώστε οι ραφές είναι αόρατες. Η δημιουργική αυτή παρέμβαση οφείλεται στη σκηνοθέτιδα της παράστασης Βαλεντίνη Λουρμπά, που επανειλημμένα έχει αποδείξει το θεατρικό της ένστικτο και τη δραματουργική της σκευή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τοποθετεί τους ποιητικούς διαλόγους της σε ένα πορνείο και τους μοιράζει σε 4 πρόσωπα, την ιδιοκτήτρια του πορνείου, μια νεαρή και μια ωριμότερη πόρνη, καθώς και έναν άντρα απροσδιόριστης υπόστασης, ίσως απλώς εκπρόσωπο του φύλου του, ίσως Τρελό, όπως το πρόγραμμα της παράστασης  υποδεικνύει.

Η παράσταση είναι εξαιρετικά ατμοσφαιρική, καθώς άλλωστε υποβοηθείται και από το «φυσικό» σκηνικό, το ίδιο το θέατρο «Εκάτη», που φροντισμένο από την ιδιοκτήτρια Βαλεντίνη Λουρμπά με τα παλιά σκαλιστά, ιδιαίτερα έπιπλα, τις δαντέλες και τα θεατρικά κοστούμια, τα μακριά φορέματα και τα μανσόν, το πιάνο, τους καθρέφτες, τον υποβλητικό φωτισμό, τα μικρά, διάσπαρτα αντικείμενα, σε μεταφέρει σε άλλην εποχή, σε κατακτά και σε παγιδεύει εντός του. Όλος ο χώρος του θεάτρου χρησιμοποιείται από τους ηθοποιούς σε μικρές, χαρακτηριστικές, επιμελημένες στη λεπτομέρειά τους κινήσεις. Στην όλη ατμόσφαιρα συμβάλλει σημαντικά και η μουσική, εύστοχα επιλεγμένη από τον Μιχάλη Σαρημανώλη (από Ραχμάνινοφ μέχρι Κοέν), επιδέξια φωτισμένη από το πονετικό, συχνά σπαρακτικό, τραγούδι της Ειρήνης Γεωργίου (ποιήματα του Χρονά μελοποιημένα από Χατζηδάκη, Μαρκόπουλο, Ανδρέου, Καρακατσάνη).

Το σκηνικό του πορνείου μοιάζει νάναι το κατάλληλο για να αναδείξει την ατμόσφαιρα του έρωτα και του θανάτου, που ο λόγος του Χρονά διακονεί. Μοιάζει νάναι το κατάλληλο για να υπογραμμίσει την έννοια του περιθωρίου, τον πολιτισμό της εσοχής, που η ποίηση του Χρονά καίρια αιχμαλωτίζει. Οι διάλογοι, οι μονόλογοι, που εναλλάσσονται στη σκηνή δεν φωτίζουν μόνο τα πρόσωπα αλλά κυρίως τη συνολική κατάσταση, την αίσθηση του μοιραίου και του αδιεξόδου. Φέρνουν στο προσκήνιο όσα βρίσκονται στο παρασκήνιο, όσα κινούνται περιθωριακά, όσα αχνοφαίνονται πίσω από τις χαραμάδες. Μεγαλώνουν τα γράμματα των υποσημειώσεων της ζωής, μεγεθύνουν τις λεπτομέρειες της ύπαρξης κάποτε βρόμικες και θλιβερές, ακόμη και ποταπές. Δίνουν φωνή στις σιωπές, φωτίζουν τις σκιές. Προβάλλουν τις αντιηρωικές μορφές των ανθρώπων του υπογείου και της συνενοχής, που μπορεί να μην καταφέρνουν ν’ αφήσουν ίχνη από το πάτημά τους, χαρακιές από το διάβα τους, είναι όμως οι ίδιοι βαθιά χαραγμένοι, καίρια σημαδεμένοι από την προσπάθεια, από την πληγή, από τη σκέψη. Οι από σκηνής διάλογοι και μονόλογοι κάνουν κραυγή τη μύχια σκέψη τους, τη σκοτεινή ενοχή τους, την ανείπωτη επιθυμία τους, την ανεκλάλητη παραφορά τους, που άλλοτε τους φέρνει κοντά στο θάνατο, άλλοτε κοντά στη μετάνοια κι άλλοτε κοντά στον πραγματικό εαυτό τους, στις διχασμένες αλλά και διψασμένες ψυχές τους, που οικειωμένες με τον αγοραίο έρωτα κάποτε επιζητούν την αγάπη. Ανασύρουν από τη λήθη ψυχικά τοπία της ερημίας, της μοναξιάς. Δίνουν υπόσταση σε φευγαλέα, δειλά όνειρα, θολά, αμφίβολα αισθήματα.

Το έργο είναι αφιερωμένο σ’ αυτούς που ξεβράστηκαν απ’ τα απόνερα της ύπαρξης, που έζησαν στο σκοτάδι και στη μοναξιά, σ’ αυτούς που αναλώθηκαν σε σχέσεις παροδικές, σε λάμψεις φευγαλέες. Και μ’ αυτή την έννοια μοιάζει παράξενο που μας αγγίζει όλους, μας προβληματίζει και για το γύρω μας και για το μέσα μας, μας βυθίζει σε περιοχές μυστηριακές, μας κάνει να τυλίγουμε και να ξετυλίγουμε μαζί με τον Τρελό του έργου το μίτο της ύπαρξης και του χρόνου, να αναγνωρίζουμε στο τραγούδι της σενιόρας Νόρας τους δικούς μας καημούς, να φθάνουμε στην άκρη του βράχου μαζί με τη Βεργίνα, να ανάβουμε τα κεριά μαζί με τη νεαρή Σώτη, που δεν σώθηκε, να ρίχνουμε τα βέλη μας έξω από το στόχο μαζί με τους ήρωες, για να εξέλθουμε νικημένοι από το άνισο παιχνίδι με τη ζωή και το χρόνο.Το έργο μας υπενθυμίζει τη ματαιότητα, μας βασανίζει με τους στοχασμούς του, μεστά και υποβλητικά ειπωμένους απ’ όλους τους ηθοποιούς: την Ειρήνη Γεωργίου στο ρόλο της Νόρας, ηθελημένα ισορροπημένη ανάμεσα στη σκληρότητα και τη συμπόνια, αλλά και την εσωτερική αναζήτηση την ώρα του τραγουδιού, την Ελένη Μπέη στο ρόλο της Βεργίνας, πειστική, εύθραυστη, πονεμένη, ακροβατικά έτοιμη και μαζί άτολμη για την «απόδραση», την Όλγα Στέφου στο ρόλο της Σώτης, ήρεμη και εσωτερική, ακόμα διαποτισμένη από αισθήματα, (όλες με αισθαντικές κινήσεις και αισθαντική εμφάνιση, οριακά ισορροπημένες πάνω σε μαύρα τακούνια), τον Γιάννη Κωσταρά στο ρόλο του Τρελού, αρκούντως αινιγματικό και φιλοσοφημένο, με εσωτερικευμένο στοχασμό. 

Κι ακόμη, παρότι το έργο ανακαλεί την ατμόσφαιρα περασμένων δεκαετιών, του 50 ή του 60, μ’ έναν παράξενο τρόπο σε επαναφέρει στο παρόν είτε με τις αναφορές στη φτώχεια, τη στέρηση, την ταπεινότητα και τα ρημαγμένα όνειρα, που μοιάζουν να επανέρχονται βίαια στις μέρες μας είτε κυρίως με τη διαρκή υπενθύμιση των αδικαίωτων ανθρώπινων πόθων, του μάταιου της ανθρώπινης ύπαρξης, του κεριού που θα σβήσει για πάντα όσο δυνατά ή όσο αχνά κι αν φώτιζε….

Γιούλη Χρονοπούλου, δρ φιλολογίας

κρατήστε επαφή

Έχετε κάποια ερώτηση;
Επικοινωνήστε μαζί μας!